Pages

Σάββατο, Ιουνίου 27, 2026

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΚΑΠΝΕΜΠΟΡΕΙΩΝ / ΚΑΠΝΟΠΩΛΕΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Από το 1830 έως το 1900, οι συνήθειες καπνίσματος στην Ελλάδα διαμορφώθηκαν μέσα σε ένα πλαίσιο έντονων κοινωνικών και πολιτισμικών μεταβολών, καθώς το νεοσύστατο κράτος προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στις οθωμανικές συνήθειες και τις δυτικοευρωπαϊκές επιρροές. Στις πρώτες δεκαετίες μετά την Ανεξαρτησία, το κάπνισμα είχε κυρίως παραδοσιακό χαρακτήρα: το τσιμπούκι και ο ναργιλές υπήρξαν τα πλέον διαδεδομένα μέσα καπνίσματος, ιδιαίτερα μεταξύ των ανδρών, και συνδέονταν με την καθημερινή ζωή και την κοινωνική συναναστροφή. Τα δε καφενεία, αποτελούσαν την βασική τοποθεσία όπου οι άνδρες συγκεντρώνονταν για να καπνίσουν, να πιουν καφέ και να συζητήσουν πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, διαμορφώνοντας έτσι έναν πυρήνα δημόσιας ζωής.

Καθ' όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, το κάπνισμα παρέμεινε έντονα ανδρική συνήθεια, ενώ η δημόσια κατανάλωσή του από γυναίκες ήταν κοινωνικά περιορισμένη. Παράλληλα, ο καπνός εξελίχθηκε σε σημαντικό οικονομικό προϊόν, με την καλλιέργεια και την εμπορία του να αναπτύσσονται σταδιακά, ιδιαίτερα προς το τέλος του αιώνα, όταν οι ανατολικές ποικιλίες ελληνικού καπνού άρχισαν να αποκτούν φήμη και ζήτηση στις ευρωπαϊκές αγορές. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως προς τα τέλη του 19ου αιώνα παρατηρήθηκε μια σημαντική αλλαγή στις συνήθειες καπνίσματος καθώς τα στριφτά τσιγάρα άρχισαν να αντικαθιστούν σταδιακά το τσιμπούκι και τον ναργιλέ, αντανακλώντας την επίδραση των δυτικών προτύπων και την ανάγκη για πιο πρακτικές μορφές κατανάλωσης. Κατ'αυτόν τον τρόπο λοιπόν, το κάπνισμα στην Ελλάδα της περιόδου αυτής μετέβη από μια παραδοσιακή, ανατολίτικη πρακτική σε μια πιο εκσυγχρονισμένη συνήθεια, άμεσα συνδεδεμένη με τις ευρύτερες κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές της εποχής.

Ειδικότερα, στον Πειραιά του 19ου αιώνα, οι συνήθειες καπνίσματος συνδέθηκαν με την σταδιακή ανάπτυξη του λιμανιού, το οποίο εξελίχθηκε σε βασική πύλη επικοινωνίας με τη Μεσόγειο και την Ευρώπη, συγκεντρώνοντας ναυτικούς, εργάτες, εμπόρους και ταξιδιώτες από διαφορετικές περιοχές του κόσμου, γεγονός που επηρέασε και τις πρακτικές καπνίσματος! Ο Πειραιεύς του 19ου αιώνα δεν αποτέλεσε εξαίρεση σε σχέση με την υπόλοιπη ελληνική επικράτεια, καθώς οι παραδοσιακές μορφές καπνίσματος, ήτοι το τσιμπούκι και ο ναργιλές, κυριαρχούσαν στις προτιμήσεις των λιμενεργατών και των ναυτικών, ενώ τα καφενεία του λιμανιού αποτελούσαν βασικούς χώρους κοινωνικής ζωής, όπου το κάπνισμα συνδυαζόταν με καφέ, κουβέντα και αναμονή για δουλειά ή ταξίδι. Καθώς ο Πειραιάς αναπτυσσόταν οικονομικά και ερχόταν σε στενότερη επαφή με τη Δυτική Ευρώπη, ιδιαίτερα στα τέλη του 19ου αιώνα, άρχισαν να εμφανίζονται οι πιο "μοντέρνες" μορφές καπνίσματος, ήτοι τα προαναφερθέντα χειροποίητα στριφτά τσιγάρα, τα οποία έγιναν σταδιακά πιο δημοφιλή, ιδίως ανάμεσα στους νεότερους και στους εργαζόμενους που χρειάζονταν κάτι πιο πρακτικό και γρήγορο. Αξίζει δε να σημειωθεί πως ο λιμήν του Πειραιώς, εξελίχθηκε σε σημαντικό κόμβο διακίνησης καπνού / εξαγωγών, παρόλο που η παραγωγή του λάμβανε χώρα σε άλλες περιοχές. 


Ενδεικτικά, ας αναφερθεί πως στις αρχές της δεκαετίας του 1860, βάσει πρωτογενούς έρευνας, στον Πειραιά καταγράφονταν τα καπνοπωλεία του Γεωργίου Κυπρίου και του Ηλία Γιαννόπουλου. 

Στα μέσα της δεκαετίας του 1870, στο κέντρο του Πειραιά καταγράφονταν οι εξής καπνοπώλες (καπνοπώλαι): Δ. Αγγελόπουλος (στην οδό Ομήρου, επί της πλατείας Θεμιστοκλέους), Σ.Ι. Καράς (οδός Ποσειδώνος), Εμμ. Κριεζής (οδός Μιαούλη), Κ. Λαζαρόπουλος (οδός Πλούτωνος και Αριστείδου - κατασκευαστής φυλλαδίων σιγαρόχαρτου), Μαντελίνης Γιαννούλης (οδός Ποσειδώνος),  Γ. Παναγιώτου (οδός Μακράς Στοάς), Χ. Πυρπεσόπουλος (οδός Ποσειδώνος), Ι. και Σ. Σκλίρης (οδός Μιαούλη), Ηλίας Σπυρόπουλος (οδός Ποσειδώνος), Στ. Τσαγκάρης (οδός Μακράς Στοάς) και Π. Φωτόπουλος (οδός Μακράς Στοάς και Ποσειδώνος).

Ενδεικτική διαφημιστική καταχώρηση, εκ πρωτογενούς έρευνας, του εν Πειραιεί Μέγα Καπνοπωλείου του Αθ. Παναγιωτόπουλου, με την επωνυμία "Το Βυζάντιον", μπροστά στη Βασιλική Αποβάθρα, το οποίο πωλούσε εκλεκτούς καπνούς, σιγαρέτα, πίπες, ναργιλέδες και άλλα είδη καπνιστού εκ Τουρκίας! Όπως γίνεται λοιπόν αντιληπτό, τα καπνοπωλεία εκείνων των καιρών εκτός από την πώληση καπνών, προχωρούσαν στην παραγωγή συγκεκριμένου αριθμού τσιγάρων (σιγαρέτων), τα οποία συσκεύαζαν και ονομάτιζαν συνήθως με την επωνυμία του καπνοπωλείου.


Στις αρχές της δεκαετίας του 1880, η αυστηρή φορολογία η οποία επιβλήθηκε στον καπνό επί ημερών κυβερνήσεως Χαρίλαου Τρικούπη, η δημιουργία ενός μονοπωλιακού καθεστώτος και η απαγόρευση πώλησης τσιγαρόχαρτου για να περιοριστούν τα στριφτά χειροποίητα τσιγάρα προς όφελος των έτοιμων βιομηχανοποιημένων, προκάλεσε ραγδαία αύξηση των τιμών και μοιραία άλλαξε τις συνήθειες των καπνιστών. Ο στόχος του Τρικούπη μπορεί μεν να ήταν η άντληση εσόδων για τα κρατικά ταμεία εν μέσω δύσκολων οικονομικά συγκυριών και ο εν γένει έλεγχος της αγοράς, πλην όμως προκάλεσε ταυτόχρονα έκρηξη του λαθρεμπορίου λόγω της υψηλής φορολόγησης. 

Λαθρεμπορικά Πούρα εν Πειραιεί

Ειρήσθω εν παρόδω, όπως μαρτυρούν οι δυο κάτωθι καταχωρήσεις μέσα από τον πειραϊκό Τύπο των τελών της δεκαετίας του 1880, τα καπνοπωλεία εκείνων των καιρών συχνά πωλούσαν προϊόντα άσχετα με τα είδη καπνιστού:



Ειρήσθω εν παρόδω, στα τέλη του 19ου αιώνα, στον Πειραιά καταγράφονταν τα καπνεργοστάσια του Π.Κ. Αγαθοκλέους, του Π. Παπαφώτη καθώς επίσης το Δημόσιο Καπνεργοστάσιο.

Ενδεικτική αρχειακή διαφημιστική καταχώρηση, εκ πρωτογενούς έρευνας μέσα από τις σελίδες του πειραϊκού Τύπου του έτους 1900, του Καπνεμπορείου "Η Κρήτη", των Ροδινού και Γκιόρα, έναντι της Βασιλικής Αποβάθρας, όπου πωλούνταν σιγάρα ανάμεικτα "Πρίγκηπος Γεωργίου" και ιδιαίτερος καπνός Αγρινίου:


Μια ενδεικτική αναφορά των καταγραφομένων εν Πειραιεί καπνοπωλείων / καπνεμπορείων από τον Πειραιά των αρχών του 20ου αιώνα: Αγαθοκλέους Κ.Ε. (οδός Μακράς Στοάς 56), Αγαθοκλέους Π.Κ. (οδός Μιαούλη 54), Αθηνάδη Α. (λεωφόρος Αιγέως), Αλεξίου Α.Γ. (οδός Τσαμαδού 1), Αναστασόπουλου Α.Θ. (οδός Μιαούλη 32), Αναστασιάδου Ν. (οδός Μιαούλη 29), Ηλ. Αργεντόπουλου (οδός Πλούτωνος 17), Βάθη Ν.Γ (οδός Μακράς Στοάς 1), Βάθης Α.Σ. (οδός Μιαούλη 24), Βεκονοπούλου Δ.Κ. (οδός Φίλωνος 71), Βαρλάμου Α.Γ. (πλατεία Θεμιστοκλέους), Γιαννοπούλου Δ.Κ. (οδός Δημοσθένους 42), Γιόρα Αθ. (οδός Μακράς Στοάς 1), Δενδούλη Δ.Α. (οδός Μιαούλη 24), Δουζίνα Δ. (οδός Μιαούλη 24), Θεοφιλόπουλου Χ. (οδός Μιαούλη 2), Καβούκη Δ.Σ. (οδός Τσαμαδού 37), Καλογήρου Ι. (πλατεία Τελωνείου), Καράλη Ι. (οδός Μιαούλη 4), Καστριώτου Θ. (οδός Ιπποκράτους), Καρδαρά Ι.Κ. (οδός Τσαμαδού 19)Κουμπένα Ν. (οδός Πλούτωνος 19)Κουτσουπίδη αδελφοί στην Πλατεία ΤελωνείουΚουτσουπίδη Σ. Α. στην Πλατεία ΘεμιστοκλέουςΚουτσοπίδη Σ. Ν. (οδός Μιαούλη 30)Κουτουμάνου Κ. (λεωφόρος Αιγέως 10)Λειβαδίτου Α. Δ. (οδός Μιαούλη 66), Λοράνδου Β. (οδός Πλούτωνος)Μαμούση Εμ. (οδός Βουβουλίνας 9), Μερμηνά Σ. (οδός Μιαούλη)Μεταξά Π. Λ. (οδός Μακράς Στοάς)Μπουλούμπαση Λ. (οδός Μιαούλη)Νικολαΐδου Γ. (οδός Μιαούλη 52)Ορφανίδου Μ. Δ. (οδός Μιαούλη 29)Ορφανίδου Σ. Α. (οδός Τσαμαδού)Παπαγκίκα Δ. (οδός Πλούτωνος) Πατρινού Γ. (οδός Ναυαρίνου)Πατρινού Γ. Λ. (οδός Μιαούλη 23)Πυρπασοπούλου Γ. (ακτή Ποσειδώνος 12)Πυρπασοπούλου Χ. (Πλατεία Φεραίου), Ροδινού Μ. και Γκιόρα (οδός Μιαούλη 6)Σκέδρου Δ. (οδός Μακράς Στοάς 56)Σπάθη Ν. Σ. (οδός Μιαούλη 18)Σπάθη Λεω. Μ. (οδός Μακράς Στοάς 34)Σταύρου Κ. (οδός Άστιγγος 14), Στυλιανάκη Μ. Δ. (οδός Μιαούλη 1)Στρατηγοπούλου Χ. (λεωφόρος Σωκράτους)Σφαέλλου Γ. Κ. (λεωφόρος Αθηνάς 26)Φάρος Ι. Α. (λεωφόρος Αιγέως) και Χρηστοπούλου Ν. Χ. (οδός Μακράς Στοάς 47).

Σε συνέχεια των παραπάνω, ακολούθως παρουσιάζονται ορισμένα ενδεικτικά αρχειακά τεκμήρια, σχετικά με τα εν Πειραιεί καπνοπωλεία/καπνεμπορεία των αρχών του 20ου αιώνα, μέσα από τις σελίδες σχετικών Οδηγών και του ημερησίου Τύπου.

Ενδεικτική διαφημιστική καταχώρηση των εν Πειραιεί Καπνοπωλείων Γ. Βαρλάμου, τα οποία λειτουργούσαν στα πέριξ της πλατείας Θεμιστοκλέους και της Κεντρικής Αγοράς, προσφέροντας καπνά και σιγαρέττα εξόχου ποιότητος.


Δίγλωσση (ελληνικά/γαλλικά) διαφημιστική καταχώρηση και ανακοίνωση προς τους καταναλωτάς του εν Πειραιεί Καπνεμπορείου Χρ. Πυρπασόπουλου, το οποίο λειτουργούσε στην πλατεία Ρήγα Φεραίου (Αμαξοστάσιο), προσφέροντας καπνά Ξάνθης, Καβάλας και Γενιτζέ (σσ. Γιαννιτσών).



Έτερη αρχειακή διαφημιστική καταχώρηση του εν Πειραιεί Καπνοπωλείου του Γεωργίου Πυρπασόπουλου, επί της οδού Πλούτωνος, το οποίο αναφερόταν ως "το αρχαιότερον των εν Πειραιεί", προσφέροντας καπνά Αγρινίου, χονδρικώς και λιανικώς!


Διαφημιστική καταχώρηση του Καπνεμπορείου των Αδελφών Δ. Ζερβού, ευρισκόμενου στην ακτή Μιαούλη, το οποίο προσέφερε εκλεκτά καπνά Αγρινίου και διαφόρων ειδών σιγαρέτα (μετά φελλού, αρωματικά), εφάμιλλα των Αιγυπτιακών!


Αναλόγου περιεχομένου διαφημιστική καταχώρηση του Μέγα Καπνεμπορείου Δ.Χ. Ζαπαντιώτου, επί της οδού Ναυαρίνου, το οποίο πωλούσε καπνά Λαμία και Αγρινίου, εξόχου ποιότητος. 


Ομοίως, το Κεντρικόν Καπνοπωλείον του Στυλιανού Τζανετάκη, βρισκόταν στη βορειοδυτική πλευρά του Τινάνειου Κήπου, έναντι Αγίας Τριάδος, διαθέτοντας μεταξύ των άλλων και πούρα Αβάνας!


Στο Αμαξοστάσιο (σσ. πλατεία Ρήγα Φεραίου), είχε μόλις ανοίξει το Καπνεμπορείον "Ο Βόλος", ιδιοκτησίας Δ.Γ. Βασιλειάδου, διαθέτοντας καπνά Αγρινίου, Ζαπαντίου, Ξηρομέρου και Θεσσαλίας. 


Αβίζο, δηλαδή ανακοίνωση, για τους θεριακλήδες, από το Καπνοπωλείον "Η Ύδρα", του Ιωάννου Καλογήρου, το οποίο βρισκόταν "παρά την πλατείαν Τελωνείου":


Ειρήσθω εν παρόδω, όπως προκύπτει από πρωτογενή έρευνα και σχετικά αρχειακά τεκμήρια όπως το κάτωθι ενδεικτικό, στις αρχές του 20ου αιώνα καταγραφόταν ήδη η ύπαρξη και η λειτουργία του Συνδέσμου των εν Αθήναις και Πειραιεί Καπνεμπόρων:


Διαφημιστική καταχώρηση του προαναφερομένου Μέγα εν Πειραιεί Καπνεμπορείου των Μ. Ροδινού και Γκιόρα, από το έτος 1903:


"Σπουδαία Δήλωσις" του καπνοπωλείου Δημ. Μ. Φούκα, επί της ακτής Μιαούλη, "πλησίον άλλοτε μύλου Δ. Λούμου"! 


Κατά το έτος 1904, το "Νέον Καπνοπωλείον Νικολάου Βετούλη" καταγραφόταν στον αριθμό "34" της οδού Μακράς Στοάς, "παρά το αμαξοστάσιον". 


Κατά τρόπο ανάλογο, στις σελίδες του Πλήρους Οδηγού του Πειραιώς της περιόδου 1906-1907 καταγράφονται περί τους 45 "καπνέμπορους / καπνοπώλες", η πλειοψηφία των οποίων βρίσκονταν στην οδό Μιαούλη, στην οδό Μακράς Στοάς, στην οδό Φίλωνος και στα πέριξ της Αγοράς. Αναλυτικός ονομαστικός κατάλογος βρίσκεται στη διάθεση του ιστολογίου και θα δημοσιευτεί μελλοντικά για τους γνωστούς λόγους. Στις σελίδες του ιδίου Οδηγού υφίσταται η κάτωθι ξεχωριστή αναφορά στο καπνεμπορείο του Αθανασίου Γκιόρα, επί της οδού Μιαούλη: "Ο κ. Αθανάσιος Γκιόρας έγινε εντός ολίγου χρονικού διαστήματος γνωστότατος από όλον τον καπνίζοντα κόσμον. Τα καπνά και σιγαρέτα Γκιόρα κυριαρχούν!"  

Μια ενδεικτική διαφημιστική καταχώρηση του ιδιωτικού καπνεργοστασίου του Κωνσταντίνου Καρδαρά (πρώην Κ. Αγαθοκλέους), το οποίο βρισκόταν επί της ακτής Μιαούλη 34, πλησίον του Τελωνείου, από τα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα. Αξιοσημείωτο το γεγονός πως η εν λόγω επιχείρηση διέθετε επίσης υποκαταστήματα χονδρικής και λιανικής πωλήσεως στη λεωφόρο Αθηνάς και στην πλατεία Μουνιχίας (σσ. εννοεί την πλατεία Κανάρη στο Πασαλιμάνι). 

Ιδιωτικόν Καπνεργοστάσιον Κ. Καρδαρά (έτος 1905)

Τα ιδιωτικά καπνεργοστάσια, όπως λ.χ. το προαναφερθέν, διέθεταν σιγαροποιητικές μηχανές με τις οποίες παρήγαγαν τα επονομαζόμενα "μηχανοποιημένα" τσιγάρα, τα οποία πωλούνταν μαζικά, σε τιμές φθηνότερες των χειροποίητων στριφτών. 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1910, ο σχετικός Πανελλήνιος Οδηγός υπό Κ. Σταματίου και Β. Μπουζούρα, διαχωρίζει τις σχετικές επιχειρήσεις σε καπνεμπορεία και καπνοπωλεία, ενώ καταγράφονται επίσης πέντε ιδιοκτήτες καπνοκοπτικών μηχανών. Στο σημείο αυτό οφείλουμε να τονίσουμε πως την ίδια εποχή εφαρμόστηκαν οι πρώτες νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούσαν την πώληση τσιγάρων από τα πρώτα περίπτερα, τα οποία λειτούργησαν αρχικά αμιγώς ως καπνοπωλεία

Ενδεικτικό αρχειακό τεκμήριο από το έτος 1915, κατά το οποίο ξεκίνησε τη λειτουργία του το κατάστημα του μεγάλου καπνεμπορικού οίκου Γιάκα και Μωραϊτου, στην πλατεία (Ρήγα) Φερ(ρ)αίου Πειραιώς (Αμαξοστάσιον).


Έτερη ενδεικτική διαφημιστική καταχώρηση του καπνεμπορικού οίκου των Π.Μ. Γρέγου και Π. Ηλιάδου με παρουσία τόσο στον Πειραιά (στην ακτή Μιαούλη), όσο και στην Αθήνα (οδός Σταδίου), από τις αρχές της δεκαετίας του 1920.


Ομοίως, ενδεικτική διαφημιστική καταχώρηση των σιγαρέτων "Lux" των Γρέγου και Ηλιάδου μέσα από τις σελίδες του πειραϊκού Τύπου των αρχών της δεκαετίας του 1920:


Στα χρόνια του Μεσοπολέμου και ιδίως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, σημαντικές αλλαγές συντελέστηκαν ως προς τις συνήθειες καπνίσματος, καθώς η άφιξη των προσφύγων από τη Μικρά Ασία ενίσχυσε τόσο την κατανάλωση όσο και την επεξεργασία καπνού, καθώς πολλοί πρόσφυγες είχαν εμπειρία στην καπνοκαλλιέργεια και την καπνεργασία. Το κάπνισμα σταδιακά συνδέθηκε ακόμη περισσότερο με την εργατική τάξη και τις νέες συνοικίες, αποκτώντας μια πιο "πολιτισμική" διάσταση. Το ρεμπέτικο τραγούδι και η νυχτερινή ζωή, στοιχεία τα οποία χαρακτήρισαν τον Πειραιά του Μεσοπολέμου, ενίσχυσαν τον λαϊκό χαρακτήρα του καπνίσματος, το οποίο εξελίχθηκε σε στοιχείο ταυτότητας και έκφρασης. Αξιομνημόνευτη είναι επίσης η σταδιακή εμφάνιση γυναικών καπνιστριών, κυρίως στα αστικά στρώματα, παρά τις όποιες κοινωνικές επιφυλάξεις. Ως προς την πώληση καπνού και τσιγάρων από τα καπνοπωλεία, αξίζει να επισημανθεί πως βάσει σχετικού νομοσχεδίου, τα ήδη υφιστάμενα περίπτερα-καπνοπωλεία και σε εκείνα που επρόκειτο να λειτουργήσουν στο μέλλον, αποφασίστηκε πως θα παραχωρούνταν προς αποκλειστική χρήση στην "Πανελλήνια Ένωση Τραυματιών Πολέμου 1912-1921". Με αυτό τον τρόπο, το ελληνικό κράτος επιχειρούσε αφενός να αποκαταστήσει τους τραυματίες και ανάπηρους των Πολέμων, αφετέρου να δημιουργήσει έναν σταθερό και ελεγχόμενο φοροεισπρακτικό μηχανισμό.


Σε σχετικό Οδηγό του Πειραιώς του 1924-1925, εκ προσωπικού αρχείου, καταγράφονται αναλυτικά τα εν λειτουργία καπνοπωλεία της πόλεως, όπως επίσης οι εξαγωγείς ακατέργαστου καπνού, οι εξαγωγείς κατειργασμένου καπνού και οι αποθήκες κατειργασμένου καπνού. Υπό κανονικές συνθήκες, οι εν λόγω πληροφορίες θα παρουσιάζονταν στο παρόν αφιέρωμα, πλην όμως η συνεχιζόμενη ασέβεια προς την πρωτογενή έρευνα του παρόντος ιστολογίου και τα κρούσματα κλοπής σχετικής πνευματικής εργασίας υποχρεώνει τον γράφοντα να μην τα παραθέσει. 

Ενδεικτική ευχετήρια καταχώρηση του Καπνεμπορικού Οίκου Μιχαήλ Ν. Τατάκη εν όψει του έτους 1924:


Κατά το δεύτερο τέταρτο του 20ου αιώνα, οι συνήθειες καπνίσματος είχαν πλέον αλλάξει αισθητά χάρη στην καθιέρωση του βιομηχανοποιημένου τσιγάρου, το οποίο σε αντίθεση με τα τα στριφτά τσιγάρα του 19ου αιώνα, έγιναν ευρέως διαθέσιμα και πιο προσιτά, χάρη στην ανάπτυξη της καπνοβιομηχανίας και της μαζικής παραγωγής. Τούτη η ευκολία ώθησε το κάπνισμα να ενσωματωθεί ακόμη περισσότερο ως μέρος της εργασίας και της ρουτίνας, στα καφενεία, στα λιμάνια και στους χώρους εργασίας, ως σχεδόν μόνιμο συνοδευτικό. Την ίδια εποχή, πέραν των καπνοπωλείων, τσιγάρα διατίθεντο επίσης στα περίπτερα - τα οποία σταδιακά έγιναν το πλέον συνηθισμένο σημείο αγοράς πωλώντας συχνά όχι μόνο ολόκληρα πακέτα αλλά και μεμονωμένα τσιγάρα - αλλά και σε καφενεία, μπαρ και ταβέρνες (σε μικρές ποσότητες, αποκλειστικά για τους πελάτες - θαμώνες), ενώ υπήρχαν και οι πλανόδιοι υπαίθριοι μικροπωλητές, με κασελάκι ή με πάγκο, οι οποίοι βρίσκονταν συνήθως σε πολυσύχναστα σημεία της πόλεως, λ.χ. στο λιμάνι, σε κεντρικές πλατείες, πλησίον μεγάλων καφενείων κ.ο.κ. πωλώντας τσιγάρα ανά τεμάχιο ή πακέτο. Τέλος, στα μέσα της δεκαετίας του '20, οφείλουμε να σημειώσουμε την έναρξη της λειτουργίας των καπνεργοστασίων του Γ. Κεράνη και λίγο αργότερα αδελφών Παπαστράτου. 

Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, μέσα στις σελίδες του Μέγα Οδηγού του Πειραιώς του 1929-1930, εκ προσωπικού αρχείου, καταγράφονται αναλυτικά οι καπνέμποροι (καπνοβιομήχανοι) Πειραιώς, μεταξύ των οποίων ο Γ. Κεράνης με έδρα στο Μέγαρο Ζερβού, οι αδελφοί Ματσάγγου και ο Δ. Φούκας, τα πάνω από 200 καπνοπωλεία της πόλεως, οι εισαγωγείς ακατέργαστου καπνού και οι αποθήκες κατειργασμένου καπνού. Όπως προαναφέραμε, υπό κανονικές συνθήκες, οι εν λόγω πληροφορίες θα παρουσιάζονταν αναλυτικά στο παρόν αφιέρωμα, πλην όμως η συνεχιζόμενη ασέβεια προς την πρωτογενή έρευνα του παρόντος ιστολογίου και τα κρούσματα κλοπής σχετικής πνευματικής εργασίας υποχρεώνει τον γράφοντα να μην τα παραθέσει. 

Ενδεικτικά ας αναφερθεί πως εκείνη την εποχή, τα εξαίρετα σιγαρέττα των Αδελφών Χαρατσή πωλούνταν μόνο 2.10 δραχμάς το μικρό κουτί "εις όλα τα καπνοπωλεία" ενώ διαρκής παρακαταθήκη υπήρχε στον αριθμό "53" της οδού Νοταρά στον Πειραιά. 

Ενδεικτική διαφημιστική καταχώρηση του καπνοπωλείου των Γρέγου και Ηλιάδου το οποίο στις αρχές της δεκαετίας του 1930 βρισκόταν επί της ακτής Μιαούλη:


Ενδεικτικό αρχειακό τεκμήριο από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 σύμφωνα με το οποίο οι εν Πειραιεί καπνοπώλες προχωρούσαν στην ίδρυση συνεταιρισμού με σκοπό την αντίδραση κατά των πρατηριούχων. 


Αρχειακό στιγμιότυπο από την ετήσια εορτή των καπνοπωλών Πειραιώς, σε εξοχικό κέντρο του Μοσχάτου, την 4η Ιουνίου του έτους 1939:


Στα χρόνια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και της Κατοχής το κάπνισμα είχε πλέον μετατραπεί από μια παραδοσιακή πρακτική σε μια μαζική, καθημερινή και βαθιά κοινωνικά ενσωματωμένη συνήθεια, που διαπερνούσε όλα τα στρώματα της κοινωνίας και συνδεόταν στενά με την εργασία, την ψυχαγωγία και τις μεγάλες ιστορικές αλλαγές της εποχής. Σε περιόδους οικονομικής κρίσης και δυσκολιών, τα τσιγάρα συνήθως ακρίβαιναν λόγω φορολογίας, ελλείψεων και άλλων αστάθμητων παραγόντων με αποτέλεσμα να ανθεί η παράνομη διακίνηση και τα λαθραία, σε μικρές ποσότητες, είτε χύμα, είτε σε πακέτα χωρίς επίσημα διακριτικά. Η δε ελληνική καπνοβιομηχανία, υπέστη σοβαρότατες ζημίες σε εγκαταστάσεις και αποθέματα καπνού, γεγονός το οποίο είχε άμεσο αντίκτυπο στην αγορά. 


Μετά το πέρασμα του Πολέμου και της μαύρης περιόδου της Κατοχής, στον Πειραιά του δευτέρου μισού της δεκαετίας του '40 καταγράφονταν ορισμένοι εξαγωγείς καπνών, οι καπνοβιομηχανίες Β. Καραβασίλη, Γ. Κεράνη, Αδελφών Ματσάγγου, Παπαστράτου και Δ. Φούκα, ενώ ο αριθμός των καπνοπωλείων λιανικής και χονδρικής πωλήσεως παρουσιαζόταν σαφέστατα μειωμένος σε σχέση με τα προπολεμικά χρόνια. Κατά το έτος 1947, τα Προεδρεία των Σωματείων Επαγγελματιών Καπνοπωλών Αθηνών και Πειραιώς, διαμέσου σχετικού υπομνήματος προς το Υπουργείο των Οικονομικών, ζητούσαν την αναπροσαρμογή των ποσοστών τους επί της λιανικής τιμής πωλήσεως των σιγαρέτων. 

Στα πρώτα μεταπολεμικά / μετακατοχικά χρόνια, το κάπνισμα εδραιώθηκε ως μια από τις πιο διαδεδομένες καθημερινές συνήθειες, καθώς το τσιγάρο λειτούργησε για πολλούς ως μέσο ανακούφισης και κοινωνικής συνοχής, σε μια περίοδο φτώχειας, ανασυγκρότησης και έντονου άγχους για επιβίωση. Η εξομάλυνση και σταθεροποίηση της αγοράς ευνόησε την νόμιμη διάθεση τσιγάρων, με αποτέλεσμα τούτο να είναι πλέον πιο φθηνό και εύκολα προσβάσιμο, ενώ παράλληλα μειώθηκε το λαθρεμπόριο. Λόγω των δεδομένων οικονομικών προβλημάτων της χώρας, εκείνη την εποχή ξεκίνησε η διείσδυση και μετέπειτα η κυριαρχία των αμερικανικών καπνών και τσιγάρων, με αποτέλεσμα την μεταστροφή του καπνιστικού κοινού που υιοθέτησε τα νέου τύπου ("αμερικάνικα") σιγαρέτα. Ειδικότερα στον Πειραιά, οι ναύτες των πολεμικών πλοίων του Έκτου Στόλου, διοχέτευαν τα "αμερικάνικα" τσιγάρα τους στην πόλη, χρησιμοποιώντας τα ως μέσο ανταλλαγής για την απόκτηση άλλων αγαθών. 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, το κάπνισμα έγινε πλέον σχεδόν καθολικό στους άνδρες, ενώ εξαπλώθηκε σημαντικά και στις γυναίκες, ιδιαίτερα στις νεότερες γενιές και στα αστικά περιβάλλοντα. Το τσιγάρο συνδέθηκε με εικόνες μοντερνισμού, ανεξαρτησίας και κοινωνικής ανόδου, επηρεασμένο και από τα διεθνή πρότυπα που προβάλλονταν μέσω του κινηματογράφου και της διαφήμισης, μεταλλασσόμενο από συνήθεια, σε στοιχείο προσωπικού στυλ. Την ίδια εποχή, η καπνοβιομηχανία στην Ελλάδα, αφού πρώτα βρήκε τα απαιτούμενα κεφάλαια για την αγορά νέου μηχανολογικού εξοπλισμού, εισήλθε σε μια περίοδο άνθησης, με ελληνικές μάρκες τσιγάρων να κυριαρχούν στην αγορά και να συνδέονται έντονα με την εθνική οικονομία. Άλλωστε το κάπνισμα επιτρεπόταν σχεδόν παντού, σε καφενεία, γραφεία, μέσα μεταφοράς, ακόμη και σε νοσοκομεία ή δημόσιες υπηρεσίες, έχοντας μια κοινωνική αποδοχή απίστευτα ισχυρή η οποία σπανίως αμφισβητείτο. 

Κυρίαρχο σημείο πώλησης ειδών καπνιστού και τσιγάρων τα περίπτερα, των οποίων ο αριθμός αυξήθηκε εκθετικά, ενώ με το πέρασμα των χρόνων προστέθηκαν σε αυτά η πώληση ζαχαρωδών ειδών, αναψυκτικών, εφημερίδων και περιοδικών. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως τα περίπτερα-καπνοπωλεία κατείχαν επί δεκαετίες το αποκλειστικό δικαίωμα πώλησης ειδών και προϊόντων καπνού. Εκτός βέβαια από τα πολυάριθμα περίπτερα, καπνά, τσιγάρα και λοιπά είδη καπνιστού συνέχισαν να πωλούνται σε ειδικά καταστήματα τα οποία με το πέρασμα των χρόνων εξειδικεύτηκαν σε αυτό. Ειρήσθω εν παρόδω, στον Πειραιά των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών, ένα κατάστημα συναφών ειδών το οποίο ξεχώριζε υπήρξε ο Οίκος Καπνιστού Ράνιος. Την ίδια εποχή, όπως προκύπτει εκ πρωτογενούς έρευνας, το Σωματείον Καπνοπωλών Πειραιώς καταγραφόταν με έδρα επί της οδού Τσαμαδού 25 (τηλέφωνο 40.505).


Κατά τη δεκαετία του 1970 και ιδιαίτερα του 1980, άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες σοβαρές ανησυχίες για τις επιπτώσεις του καπνίσματος στην υγεία, επηρεασμένες από διεθνείς επιστημονικές έρευνες. Το κάπνισμα άρχισε να χάνει μέρος του κύρους του, αν και παρέμεινε εξαιρετικά διαδεδομένο, ενώ εμφανίστηκαν οι πρώτες ενημερωτικές εκστρατείες και κάποιες περιοριστικές ρυθμίσεις, δίχως όμως άμεση και καθολική εφαρμογή. Τα κυρίαρχα σημεία πώλησης παρέμειναν αναλλοίωτα (περίπτερα - καπνοπωλεία), πλην όμως ειδικότερα στον Πειραιά, ο οποίος ανέκαθεν αποτελούσε έδρα ναυτικών, αρκετοί προμηθεύονταν αφορολόγητα τσιγάρα από τα duty free των αεροδρομίων (σσ. οι ναυτικοί που ξεμπαρκάριζαν πάντα φρόντιζαν να φέρουν αρκετές κούτες προς ιδία χρήση και για γνωστούς/φίλους), ενώ στο λιμάνι του Πειραιά σταθερά υπήρχαν σημεία όπου γινόταν λαθρεμπόριο (λ.χ. στον Τινάνειο Κήπο). Σταδιακά και μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα, το κάπνισμα στον είχε περάσει από τη φάση της πλήρους κοινωνικής αποδοχής σε μια πιο αμφιλεγόμενη θέση, αποτελώντας μεν καθημερινή πρακτική για μεγάλο μέρος του πληθυσμού, αλλά ταυτόχρονα έχοντας συνδεθεί όλο και περισσότερο με ζητήματα υγείας και κοινωνικής ευθύνης. Κατά τον 21ο αιώνα, οι πιο αυστηρές αντικαπνιστικές πολιτικές που θεσμοθετήθηκαν, οι αλλαγές στις συνήθειες του καπνίσματος και η σταδιακή μείωση των αριθμών των περιπτέρων οδήγησαν σε μείωση των σημείων πώλησης καπνού και συναφών ειδών. Πολλοί περιπτερούχοι ή ιδιοκτήτες καπνοπωλείων/ψιλικών μάλιστα συχνά εμπορεύονταν τσιγάρα μονάχα προς εξυπηρέτηση της σταθερής πελατείας τους, καθώς τα περιθώρια κέρδους που άφηναν οι καπνοβιομηχανίες σε συνδυασμό με τους κρατικούς φόρους/δασμούς υπήρξαν πολύ χαμηλά. 

ΠΑΛΑΙΟ ΞΥΛΙΝΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ

Στην ακόλουθη φωτογραφία καταγράφεται ένα από τα τελευταία εναπομείναντα καπνοπωλεία - καταστήματα ψιλικών/χαρτικών ειδών που "επιβίωσαν" μέχρι τον 21ο αιώνα, στο κέντρο της πόλεως του Πειραιώς, στον εμπορικό πεζόδρομο της Σωτήρος, όπως αποτυπώθηκε κατά το έτος 2022, λίγους μήνες προτού κλείσει οριστικά.

ΚΑΠΝΟΠΩΛΕΙΟΝ Μ. ΠΑΝΟΠΟΥΛΟΥ | ΨΙΛΙΚΑ - ΧΑΡΤΙΚΑ

Σε αντίθεση όμως με την σταδιακή εξαφάνιση των περιπτέρων και των παραδοσιακών καπνοπωλείων, μια νέα γενιά σύγχρονων καταστημάτων ειδών καπνιστού έχουν κάνει την εμφάνισή τους στον Πειραιά του 21ου αιώνα, βάσει των νέων προτιμήσεων των καπνιστών (άτμισμα, ηλεκτρονικό τσιγάρο), σε συνδυασμό με τον πολλαπλασιασμό των εξ Ανατολών νομίμων και λαθραίων μεταναστών, πωλώντας διάφορα είδη καπνού, ναργιλέδες και όλα τα παρελκόμενά τους (επιστόμια, δοχεία, καρβουνάκια, ανταλλακτικά), ταμπακιέρες, πούρα, θήκες καπνού, ηλεκτρονικά τσιγάρα, ατμοποιητές, φορτιστές για μπαταρίες και υγρά για ηλεκτρονικό τσιγάρο και διάφορα αξεσουάρ για άτμισμα. 

Διαβάστε σχετικά θέματα:




Σημαντική Σημείωση:

Περισσότερα στοιχεία, πληροφορίες και αρχειακά τεκμήρια εκ πρωτογενούς έρευνας για το υπό εξέτασιν θέμα βρίσκονται στη διάθεση του γράφοντος το ιστολόγιο, πλην όμως θα δημοσιευτούν μελλοντικά, λόγω των συνεχών περιπτώσεων λογοκλοπής και υπεξαίρεσης πνευματικής εργασίας από διάφορους "ερευνητές", "συγγραφείς", "δημοσιογράφους" κτλ.

Κείμενο - Πηγές:

Το κείμενο είναι πρωτότυπο, προϊόν προσωπικής έρευνας, προσωπικής εργασίας και προσωπικών εκτιμήσεων. Στοιχεία και πληροφορίες έχουν ληφθεί από τις κάτωθι πηγές:
  • Τύπος Εποχής - Οδηγοί Πόλεως - Προφορικές Μαρτυρίες
  • Απαγορεύεται ρητά η χρήση, προβολή, αντιγραφή ή/και αναδημοσίευση με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο.
  • Όσοι παρανομούν διώκονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου