Pages

Τρίτη, Απριλίου 01, 2025

Ο ΠΛΗΓΩΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΕΥΣ [1945]

Ο Πειραιεύς ήταν κάποτε η πόλις των ονείρων ενός μετανάστη που ήθελε να παλιννοστήσει. "Θέλω να ζήσω" έλεγε "στον Πειραιά, γιατί ενώ είναι Ελλάδα μου θυμίζει την Αμερική". Και εννοούσε πως η ίδια πανσπερμία που κυριαρχεί στη μεγάλη Συμπολιτεία, κυριαρχούσε και στον Πειραιά. Την Αμερική την έφτιαξε όλος ο παλαιός κόσμος και τον Πειραιά ολόκληρη η Ελλάς. Μπορεί να υπήρχε ένας πυρήνας από γνήσιους Πειραιώτες, αλλά αυτός ήταν τόσο μικρός που χανόταν τελείως μέσα στην νεοελληνική πανσπερμία. Υπάρχουν ακόμα ολόκληρες συνοικίες ξένων αποίκων: τα Μανιάτικα, τα Κρητικά, τα Υδρέϊκα. Συνοικίες με παράδοση πολέμου και ειρήνης. Αλησμόνητες έχουν μείνει οι εποχές που η αστυνομία είχε μόνιμη ενασχόληση τον τριακονταετή πόλεμο που είχαν στήσει τα Κρητικά με τα Μανιάτικα. Αλλά δεν υστερούσαν οι άλλες συνοικίες, είχαν όλες το χαρακτήρα τους, την φυσιογνωμία τους, την ιδιοτυπία τους αν θέλετε. Ο Άγιος Βασίλης, το Πασαλιμάνι, η Φρεαττύδα, ο Προφήτης Ηλίας, ήσαν μικρές κομητείες του λαουτζίκου, με την άγραφη ιστορία τους, τις προσωπικότητές τους, τις καλλονές τους, τους νοικοκυραίους τους και τους ρεμπέτες τους. Όλα όμως αυτά τα συνέδεσε η πανελλήνιος συνεισφορά. Μετανάστες από την νησιωτική και την ηπειρωτική Ελλάδα, τον ελεύθερο και τον αλύτρωτο Ελληνισμό. Και διασταυρώνονταν η πελοποννησιακή πονηριά με την υδραίϊκη αφέλεια, το ασικλίκι του Πύργου με την χιακή μαλαγανιά και ο καραγκουνισμός με τα τερτίπια της μεσσηνιακής χαρτοπαιξίας. Κι όλα αυτά, έθιμα, συστήματα, άνθρωποι, χαρακτήρες, αντινομίες και αντιθέσεις διοχετεύονταν στο μεγάλο χωνευτήρια της μικρής νεοελληνικής αυτής Βαβυλώνας: στο λιμάνι! Εκεί ο μόχθος, η πάλη, ο αγώνας για τη ζωή, εξαφάνιζε τα πάντα και τα μετέβαλε σε μυρμηγκιά μυθικής εργατικότητας. Λίγο απόμερη, κάπως τραβηγμένη, έμενε η πειραϊκή αριστοκρατία. Άρχιζε δηλαδή να υψώνει το ανάστημά της από την πλατεία του Θεάτρου, να κατευθύνεται προς τα αριστερά του Πασαλιμανιού, να ανηφορίζει στην πλατεία της Αλεξάνδρας και τέλος να αναρριχάται γραφική στον βράχο της Καστέλλας. Στα μέρη αυτά υπάρχει η ηρεμία των λιγοσύχναστων αριστοκρατικών δρόμων που διακοσμούν οι θυρεοί των προξενείων. Αλλά το λιμάνι, αυτό είναι η καρδιά και ο πνεύμων, είναι η καρδιά της ζωής. Επί εκατό χρόνια, εκίνησε όλος ο Ελληνισμός και έστειλε τα μπράτσα του εκεί, το εμπορικό του δαιμόνιο, τον θαλασσινό του οίστρο, τις οικονομίες του, το υστέρημά του και όσα δανεικά του έδιναν οι ξένοι τα έριξε σε αυτή την περιοχή που λέγεται λιμάνι του Πειραιώς. Εκατό χρονών μόχθοι, το έκαναν ένα από τα μεγάλα εμπορικά λιμάνια της Μεσογείου. Εκατό κρατικοί προϋπολογισμοί, αφιέρωσαν κονδύλια σε αυτό και η ιδιωτική πρωτοβουλία το έκαμε πνεύμονα του Κράτους. Και την ώρα που οι μόχθοι και ο ιδρώτας ενός αιώνος έπαιρναν μορφή και εγίνοντο προβλήτες και σιλό, γερανοί και αποθήκες, υπόστεγα και ένα σωρό άλλα μέσα μεταφοράς, κινήσεως, φορτώσεως και εκφορτώσεως, ο Πόλεμος τα σάρωσε όλα και τα μετέβαλε σε πέτρες και χαλάσματα, γκρεμισμένους τοίχους, σπασμένους και ανύπαρκτους προβλήτες, υπολείμματα λιμενοβραχίονος και γερανών αναμνήσεις. Πλοία βυθισμένα, φορτηγίδες στο βυθό, μαγαζιά σπασμένα, γκρεμισμένα, ήμι-κατεστραμμένα. 

Όσοι γνώρισαν τον Πειραιά τα τελευταία χρόνια πριν από τον Πόλεμο και όσοι τον έζησαν, όταν τον αντικρίσουν σήμερα, έχουν το αίσθημα που δοκιμάζει ο άνθρωπος όταν βλέπει έναν αγαπημένο φίλο μετά από μακρά, επώδυνη και επικίνδυνη αρρώστια, να σέρνει τα πρώτα βήματα της αναρρώσεως. Βαθύτατα είναι τα ίχνη της βασανιστικής αρρώστιας, στο πρόσωπο, στο σώμα, στην έκφραση και στην κάθε κίνηση, και την πιο ανεπαίσθητη. Αυτό, το κόκκινο τραμ της παραλίας, που πηγαινοέφερνε ανθρώπους δουλευτάδες από την ακτή Τζελέπη στο Τελωνείο δεν κινείται, δεν υπάρχει πια. Ακόμα και το ρολόι, το γνώριμο παλιό ρολόι του Δημαρχείου, έχει λείψει. Μερικά σανίδια βαμμένα έχουν μπει στη θέση του. Και το πλήθος των πλοίων, έχει λείψει και αυτό. Ένα, δυο, τρία βαπόρια που ξεφορτώνουν τρόφιμα, τα λίγα πολεμικά και οι λιγοστές ρυμούλκες είναι ότι περιέχει το λιμάνι. Ούτε τα πολλά φορτηγά, ούτε τα Λόϋντ ή τα Μεσαζερή, ούτε τα ποστάλε, τα γνωστά θαλαμηγά και ηλεκτροφώτιστα των ρεκλαμών, ούτε ο Τόγιας της άγονης γραμμής, ούτε τα βαποράκια του Σαρωνικού που έφθαναν ως τον Αργολικό κόλπο, ούτε το πλήθος, τ'αναρίθμητα καΐκια, στα Καϊκάδικα. Όλα λείπουν και τα περισσότερα δεν υπάρχουν πια. 

Δέος πιάνει τον άνθρωπο άμα σκεφθεί πόσα χρόνια χρειάστηκαν, πόσες δυνάμεις και πόσο χρήμα για να γίνουν όλα όσα μέσα σε λίγες μέρες κατά τα τελευταία τέσσερα χρόνια αφανίστηκαν. Και όλη αυτή η περιοχή, αρχίζοντας από την Αγία Τριάδα, την περιοχή του Δημοτικού Θεάτρου, ως την Αγορά και τον Ηλεκτρικό Σταθμό με την πλατεία του, είναι γεμάτη ερείπια. Πρέπει να φύγει, να απομονωθεί κανείς, για να ξεμακρύνει από το πένθος, από την εικόνα της καταστροφής. 

Ο Πειραιάς, βαριά πληγωμένος, σημαίνει άρρωστος ο πνεύμονας όλου του τόπου. Θα υπάρξουν άραγε άνθρωποι με μυαλά να προσέξουν τον άρρωστο στα πρώτα επικίνδυνα βήματα της αναρρώσεως; Αυτό αναρωτιέται ο διαβάτης. Γιατί κακοκεφαλιές και ξανακύλισμα του αρρώστου σημαίνει νέκρωση για τόσα χρόνια, ώστε να μην φθάνει η δική μας ζωή, ούτε τον παιδιών μας, για να ξαναδούμε τον νέο Πειραιά. Αυτός που, καθώς λένε οι ρήτορες των πανηγυριών, θα ανατείλει από την τέφρα του παλιού. Αλλά εμείς δε θα ζούμε για τον δούμε. Αλλά ας ελπίσουμε, σαν αισιόδοξοι περιπατητές, ότι οι άνθρωποι θα προσέξουν τον τραυματία και δεν θα αφήσουν τα τραύματά του να τον μολύνουν και να τον αφανίσουν.

Κείμενο - Πηγές:

Το κείμενο είναι πρωτότυπο, προϊόν προσωπικής έρευνας, προσωπικής εργασίας και προσωπικών εκτιμήσεων. Στοιχεία και πληροφορίες έχουν ληφθεί από τις κάτωθι πηγές:

Τύπος Εποχής
  • Απαγορεύεται ρητά η χρήση, προβολή, αντιγραφή ή/και αναδημοσίευση με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο.
  • Όσοι παρανομούν διώκονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου