Pages

Παρασκευή, Μαρτίου 17, 2017

ΠΕΙΡΑΙΑΣ: ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΨΥΧΗΣ

Υπάρχουν στον κόσμο λιμάνι, που οι άνθρωποι τραγουδούν. Εδώ στον Πειραιά οι άνθρωποι δεν τραγουδούν με την έννοια του τραγουδιστή. Σέρνουν το τραγούδι τους μέσα στην ψυχή τους. Εδώ η κάθε μέρα είναι περιπέτεια ψυχής και ταξίδι.

Γιατί μεγάλη περιπέτεια είναι εκείνη, που κλείνεται αργά μέσα στο νου για να σκορπίσει και ν'απλώσει, να γεμίσει και ν'αναταράξει τα σωθικά σου. Όποιος χάθηκε στην αχανή έρημο κι απελπίστηκε να ξαναδεί ανθρώπους, σώθηκε όμως σαν από κάποιο θαύμα, ομολογεί ύστερα, πως μέσα στο ξανθό χάος, το κενό του χρόνου που μεσολάβησε από το θάνατο στη ζωή, δεν γράφτηκε ποτές από τους δείχτες του ρολογιού του, μα από τους χτύπους της καρδιάς του. Τούτοι οι χτύποι αναλύθηκαν σε θρόμβους ιδρώτα. Ο χρόνος στάθηκε ανυπόφορο βάρος μέσα στη φαντασία του, στην αγωνία του και στη λύτρωση από την τραχεία περιπέτεια. 

Η τρομερή βασανιστική περιπέτεια "χωρίς μετακίνηση" θα έλεγε ο Λαλώ, κατατρώγει την ψυχή του ανθρώπου, που μέσα στο νου του ή στην ψυχή του υπάρχει ο δαίμονας της αποδημίας. Η επιθυμία να φθάσεις κάπου, σ'έναν τόπο μακρινό, μυστηριακό κι απροσπέλαστο, όταν ζει μέσα στα όνειρά σου και στους πόθους σου, είναι μια άλλη περιπέτεια μικρή και ατελείωτη, που καταγράφεται στο χρόνο της ζωής σου και τελειώνει μαζί της. 

Ο Πειραιάς είναι το λιμάνι αυτής της αμετακίνητης περιπέτειας. 


Μα κείνος, που ξέρει ν'αλλάζει τον τόπο που καθημερινά αντικρίζει, κείνος που ξεχωρίζει και ανανεώνει ένα δρόμο, τον καθημερινό δρόμο, καθώς παρατηρεί στο ρείθρο του πεζοδρομίου ένα λουλούδι που δεν υπήρχε χτες ή μια στοίβα βότσαλα που τ'ακούμπησαν οι μαστόροι στη μέση του δρόμου, αυτός είναι ο φιλαπόδημος. Στο αίμα του υπάρχει ο πόθος της περιπέτειας και την βρίσκει στην αλλαγή του άψυχου. 

Πολλές φορές όταν στεκόμαστε στο λιμάνι και βλέπουμε τον Πειραιά σφιχταγκαλιασμένο στην γλυκεία αγκαλιά των δυο δυνατών χεριών που βγαίνουν έξω από τη θάλασσα, όταν βλέπουμε μέσα σε τούτη την αγκαλιά να λικνίζονται τ'αραγμένα πλεούμενα, απ'τη μικρή ψαράδικη βάρκα ως τα πιο μεγάλα βαπόρια, που οργώνουν τους ωκεανούς τους ατελείωτους και βουερούς, ή και τ'αλλα που ζούνε τους απέλπιδες τυφώνες των άγνωρων θαλασσών, κι όταν παρατηρούμε τους γαλήνιους και σίγουρους θαλασσόλυκους καπετάνιους με τις πίπες κρεμασμένες στην άκρη των χειλιών και τις παράξενες κι αλλοπρόσαλλες ζωγραφιές - γοργόνες ωραιόκορμες που είναι μισό ψάρι, και τις άλλες μαυρομάλλες σειρήνες των λιμανιών - πάνω στα βάρβαρα δασωμένα στήθια και στα χοντρά μπρούτζινα μπράτσα, τους ακούμε να φρουμάζουν σαν τα βαρβάτα άτια, την ώρα της πιο σκοτεινής ανθρώπινης ορμής και να χύνονται στο καθαρό καλντερίμι για να μπουν στα κέντρα της αμαρτίας διάσπαρτα στο μήκος του θαλασσινού δρόμου, έχουμε μπροστά μας έναν κόσμο αγαπημένο, πρωτόγνωρο. 

Να λοιπόν, μια περιπέτεια χαμένων ανθρώπων απ'όλες τις φυλές και τα χρώματα, στο άγνωστο αυτό και ήρεμο τοπίο, που για μας εδώ είναι η γλυκειά κι αγαπημένη πολιτεία του λιμανιού, πολιτεία με τις χιλιάδες φωνές, η περιπέτεια της ψυχής

Έχει χάρες και χάρες τούτο το μακρόστενο κομμάτι της στεριάς, γιομάτο θαυμαστές ιστορίες, λουσμένο στο αχαλίνωτο φως του ηλίου, που ξετρυπώνει από τις ανυποψίαστες σπηλιές του ουρανού και αλλάζει τις αντιφεγγιές του πασίχαρου νερού και παιχνιδίζει στα μάτια του Πειραιώτη η χαρά της απέραντης θάλασσας. Θα μπορούσε άραγε ένας ζωγράφος με μεγάλη τέχνη και φαντασία ν'αντιγράψει τις μυριάδες των χρωμάτων που συνθέτουν έναν πίνακα μουσικής, υποβολής, μεγαλοπρέπειας και αγάπης; 

Καθώς τραβούμε από τον Ηλεκτρικό Σταθμό προς την Τρούμπα κάνοντας το τόξο από τα Λεμονάδικα για να φτάσουμε στο Τελωνείο στην εκκλησία του προστάτη Αη Νικόλα η καρδιά γεμίζει με μια προσευχή, την προσευχή της ανθρώπινης ψυχής, που δε ζητά γονυκλισίες, μα όρθωμα για μια αχόρταγη ενατένιση του άγνωστου του γεμάτου ζωή. Καινούργιο το βλέπεις κάθε φορά το λιμάνι του Πειραιά. Δεν είναι το ριζωμένο ρολόϊ, που ο παλιός ποιητής τον τραγούδησε νοσταλγός κι αυτός της πειραιώτικης περιπέτειας.

"Όταν φιλιούνται οι δείκτες".

Τούτο το ρολόι που χρόνια κοιτάζει μακριά τα πέλαγα και τα καράβια που φεύγουν και τ'άλλα που έρχονται. Είναι ο φρουρός του πελάγου και της στεριάς. Φρουρός ακοίμητος του πολύχρωμου περιπατητή με την άσβηστη φλόγα του τραγουδιού στην καρδιά. Αυτός ο πολύχρωμος περιπατητής μέσα στη φαντασία παίρνει ατέλειωτες διαστάσεις. Ταξιδεύει μαζί του σε κάποιες άλλες πολιτείες, μα ξαναγυρίζει αμέσως εδώ γιατί ξέρεις πως ο Πειραιώτης είναι το ριζιμιό λιθάρι, το αμετακίνητο, μιας απαλής υφής που δεν φεύγει από τα μάτια σου, από το αίμα σου. 

Τον καιρό που φτιάχνανε τα λιμενικά έργα, καθώς χανόσουν στον ανήφορο του Αγίου Διονυσίου κι από κει για την πέτρινη μύτη που τη λέμε το "Καστράκι", φτάναμε στο ύψος των λιμενοβραχιόνων - μόνοι, άγνωστοι μέσα στην κόκκινη πέτρα και στο γαλάζιο ουρανού και θάλασσας - ένιωθες στο στήθος σου το κύμα νοσταλγία και νεανικότητας. 

Νιάτα, νοσταλγία, ελπίδα, θάρρος, συνθέτουν την ανθρωπογεωγραφία του Πειραιά. Το λιμάνι αυτό είναι ένα ανακάτωμα ανθρώπου και ουσίας τοπίου. Όταν η μικρή βάρκα, σωστό καρυδότσουφλο, βγει από το λιμάνι παίρνοντας τα ρηχονέρια για το Κερατσίνι, η ματιά σου χάνεται μέσα στο κόκκινο και στο μαύρο πετραδάκι που σκόρπιο φθάνει ως πάνω στον τεράστιο όγκο του Αιγάλεω. Εκεί ανεβαίναμε παιδιά, να σταθούμε στο θρόνο του Ξέρξη κι από κει αγναντεύαμε τον απέραντο καθαρό και γαλάζιο καθρέπτη, που μέσ σ'αυτόν αντιφεγγίζονταν τα παιδικά όνειρά μας. Τότες πεθυμούσαμε να τα παρατήσουμε όλα και να βγούμε να τον ραγίσουμε τούτον τον καθρέπτη και να χαθούμε μέσα στα σύθαμπο του υπαρκτού, που σε λίγο θα γινόταν ανύπαρκτο όταν στα μάτια μας θα φτερουγίζει πάλι το λιμάνι με τη στενή λουρίδα της στεριάς. Μας έγνεφε, μας καλούσε σα μυστηριακή και πανάρχαιη φωνή. Και τον βαρύ χειμώνα, όταν όλα τα λιμάνια του κόσμου είναι βουερά και δέρνεται η πηχτή και μαύρη θάλασσα και αναταράζει τη ζωή, ο Πειραιώτικος χειμώνας σοβαρός και σιωπηλός αφήνει γαλάζια και διάφανη τη θάλασσα. Τούτη τη θάλασσα που όταν φύγεις από κοντά της, όταν οι μέριμνες της ζωής σ'αρπάξουν με το σιδερένιο χέρι τους μακριά της, εκείνη σε ποτίζει, σε δένει με τη νοσταλγία χαμένης πατρίδας, χαμένης ερωμένης. 


Ο Πειραιάς σε δένει αιχμάλωτο με βαρείες αλυσίδες. Φεύγεις τρέχοντας, ανεβαίνεις τους φωτισμένους ηλιόλουστους δρόμους ζητώντας να γλυτώσεις από την επίδρασή του. Δεν μπορείς. Πρέπει να μυηθείς στο λαμπρό θαλασσινό φως, που πλημμυρίζει τα μικρά ατέλειωτα λιμανάκια και τους βράχους τους σπαρμένους σ'όλη τη κυκλική έκταση του Πειραιά, πρέπει να μυηθείς στις διαθλάσεις του νερού, που φεύγει και έρχεται και εναλλάσσεται για ν'αγκαλιάσει τη σιωπηλή γη, τη μυρωμένη με την άρμη, την άρμη που γλυφίζει τα στεγνά χείλη και σου φέρνει τη δίψα. Δίψα για τη ζωή οδηγούσε τον Πορφύρα να μπει στα μικρά ήσυχα ταβερνάκια και να πιει κεχριμπαρένια ρετσίνα μαζί με τους καλόκαρδους θαλασσινούς, να χορτάσει μαζί τους στρείδια, τα κυδώνια, τους αχινούς, τα καβούρια, όπως τα ρίχναμε άφθονα με τις πελώριες παλάμες πάνω στα ξύλινα καρυδόχρωμα τραπέζια, θωρώντας τις μέρες.

"... που η ξανθιά αντηλιά
Γλυστράει απ'τ'ανοιχτό παράθυρο..."

και κάνει τη ζωή "Αγάπη, αγάπη μόνο". 


Κατεβαίνει συνακόλουθα σαν το γλαροπούλι και αγγίζεις την απαλή σκόνη του ψιλού άμμου και στέκεσαι θαμπωμένος ν'αγναντέψεις τον απόμαχο γέρο θαλασσινό να χτυπάει ατέλειωτες φορές ένα χταπόδι. Πέρα κατά τη Φρεαττύδα, οι απότολμες κατεβασιές βουλιάζουν σαν γιγάντια πιρούνια κάποιου θαλασσινού θεού και χάνουνται στα χαώδη βάθη του υγρού στοιχείου και τα μουσκεύει και τα σαπίζει και τα τρίβει και τα πασπαλίζει φύκια και όστρακα. Οι βράχοι φαντάζουν σαν καράβια, παλιά κουρσάρικα καράβια παρατημένα, γυμνά και χαμένα. 

Όπως όταν βλέπεις τη μεγαλοπρέπεια της Ακρόπολης στην Αθήνα, η ματιά σου δεν πλανιέται, δεν ξεγελιέται στα μικρά χαμόσπιτα που είναι σκαρφαλωμένα στις πλαγιές του ιερού βράχου, έτσι κι εδώ η μεγαλοπρέπεια του τοπίου, θαλασσινού και στεριανού, που ανηφορίζει για να βυθιστεί στο άσπρο σύννεφο δε σ'αφήνει να ιδείς τον φτωχό ψαρά που μοχθεί να ζήσει ξύνοντας τους βυθούς και γυμνώνοντας τους βράχους από τα όστρακα. Λες και δεν υπάρχει μόχθος. Ο μόχθος του ανθρώπου φεύγει και τρυπώνει στο πλεούμενο, που αντρειωμένο σχίζει το κύμα και χάνεται πίσω από την καμπύλη του νερού. Μα όταν αλαργέψει, όταν σβήσει η θωριά τους, τότες μένεις να σκέφτεσαι την αγωνία και τον μόχθο του θαλασσινού κι είναι η λύπη του αγκωνάρι καθισμένο πάνω στο στήθος. Τότες το νιώθεις, πως κάτι χάθηκε για σένα, ένα κομμάτι από τον εαυτό σου κι έμεινες μικρός και ασήμαντος πάνω στον έρημο βράχο κρατώντας μαντήλι στο χέρι και δάκρυ στο μάτι. 

Ο Πειραιάς είναι μια πολιτεία ελαφριά. Το χώμα του τρίβεται στα φλογισμένα δάχτυλα, σαν φύλλο φθινοπωρινό. Ο χειμώνας, ένα κομμάτι χρόνου που δεν αφήνει ίχνη. Δεν υπάρχει στα πάρκα στρωμένο το στρώμα των πεσμένων φύλλων, δεν καβαλάει το κύμα τη λεία επιφάνεια του βράχου. Εδώ ο θαλασσινός αέρας δίνει ζωή, δροσίζει, αναπτερώνει, ξανανιώνει τον άνθρωπο. 

Κι όμως όταν τα κουρασμένα βήματα μας σέρνουν σε κείνους τους μακρινούς και γνώριμους δρόμους. η ψυχή μας στέκεται σα μια ξένη, που κλαίει. Δεν υπάρχει πια η καρβουνόσκαλα με τις μαούνες και τα καΐκια που έφερναν τα κρασιά της Σαντορίνης, τα κάρβουνα της Ικαρίας, τα κρεμμύδια από τα Βάτικα, τα σύκα της Καλύμνου και τ'άλλα αγαθά της πατρίδας. Πάει η καρβουνόσκαλα και στο στήθος μας έμεινε μια πληγή, σαν να πέθανε κάποιος δικός μας που δεν προλάβαμε να συνοδέψουμε το ξόδι του. 

"Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Ανεπαισθήτως μ'έκλεισαν από τον κόσμον έξω".

θ'ανέβει ο στίχος του Καβάφη και θα'ναι ένας λυγμός που δεν μπόρεσε να κρατήσει το στήθος μας. 

Αλλά δεν είναι ότι άλλαξε άλλα ότι έμεινε ο Πειραιάς. Η θαλασσινή πολιτεία ωραία, θαυμαστή, αγαπημένη και τρυφερή πάντα γεμίζει την περιπέτεια της ψυχής. Έχει το βάσανο της η περιπέτεια αυτή. Βαρύ, ασήκωτο. Δε σε γερνάει όπως θα σε γερνούσε η περιπέτεια σ'οποιαδήποτε άλλη πολιτεία με τα βάρβαρα ποτάμια των ανθρώπων στους φαρδιούς δρόμους κάτω από τα σκληρά μονοκόμματα οικοδομήματα. Εδώ ταξιδεύεις με το δάσος τα κατάρτια που σείουνται απλά, με τα μεγάλα βαπόρια σοβαρά, σημαιοστολισμένα και χαρούμενα να σε καλούν. Με τους θαλασσινούς που ανεβοκατεβαίνουν στο μουράγιο φορώντας την ξενοιασιά τους. Κάθονται πάνω στις σιδερένιες δέστρες και καπνίζουν και περιμένουν, κουρασμένα θαλασσοπούλια που ξαποσταίνουν. Τι περιμένουν; 

Καθώς περπατάς αμέριμνος στους δρόμους της γαλανής πολιτείας η καρδιά σου πλημμυρίζει με γαλήνη. Γιατί τούτο το γαλανό, το απέραντο που διαπότισε το κάθε τι, ενώθηκε σ'ένα συμπαγές σύνολο, γιγαντώθηκε και σου δίνει την αίσθηση του ζωντανού, της καλωσύνης, της δύναμης. 


Καπνοί βαποριών και καπνοί εργοστασίων και θαλασσινό πούσι και αχνοί των γύρω βουνών, μαζί με τ'άσπρα σύννεφα ταξιδεύουν μπαίνουν στο είναι σου, γίνονται φως καθαρό, ασήμι λυωμένο, καθώς παρατηρείς τη δύση την ώρα του δειλινού. Ατέλειωτο φως, λαμπικαρισμένο από το υγρό φίλτρο μιας αιώνιας ζωής, που παίρνει από την ψυχή σου ότι βαρύ και ασήκωτο και σου εναποθέτει ότι αλαφρύ και ωραίο. Σταματά η σκέψη του ανθρώπου μπροστά σ'αυτή την πασίχαρη μέρα του Πειραιά καθώς ανεβαίνει παντού από τη στεριά και από τη θάλασσα, κι ας αναλύεται σε αιώνιους μουσικούς φθόγγους, για να γίνει όνειρο: 

"Όνειρο άπιαστο η λιόχαρη μέρα". 
θα μας πει ο Λάμπρος Πορφύρας.

Υπάρχουν στον κόσμο λιμάνια, που οι άνθρωποι τραγουδούν. Εδώ στον Πειραιά οι άνθρωποι δεν τραγουδούν με την έννοια του τραγουδιστή. Σέρνουν το τραγούδι τους μέσα στην ψυχή τους. 

Γ. Μ. Πολιτάρχης


Πηγή:
  • Πειραϊκόν Ημερολόγιον, Ν. Κατσικάρος, Αρχείον Πειραϊκών Σπουδών, Πειραιεύς, 1966

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου