Διαχρονικά, οι επισκέψεις στην ταβέρνα του Κατσόγιαννου στη Δραπετσώνα, είτε τα χειμωνιάτικα βράδια με το κρύο να σπρώχνει τις παρέες στα ενδότερα του μαγαζιού είτε τα ανοιξιάτικα σούρουπα, την ώρα που σβήνει η μέρα με το ελαφρύ αεράκι να συμπληρώνει το σκηνικό, βρίσκουν τους θαμώνες να συζητούν περί ανέμων και υδάτων.
Την ίδια στιγμή, οι χωριάτικες σαλάτες με την κάπαρη και το αγγουράκι τουρσί, τα χόρτα, οι "παντρεμένες" φάβες, οι χειροποίητες μελιτζανοσαλάτες, τα τραγανά κεφτεδάκια με το ούζο, τα συκωτάκια, τα καλοψημένα παϊδάκια, τα μοσχαρίσια μπιφτέκια, οι χοιρινές τηγανιές με το μπούκοβο, οι τηγανητές πατάτες και τα υπόλοιπα διαθέσιμα εδέσματα του καταλόγου ή των "πιάτων της ημέρας" καταφθάνουν διαδοχικά, εξαφανίζοντας κάθε διαθέσιμη σπιθαμή του τραπεζιού, υπό τους ήχους της χαρακτηριστικής φωνής του Σερ Μπιθί να παρακαλεί "Ρίξε μια ζαριά καλή και για μένα, βρε ζωή", δίδοντας τη σκυτάλη στους στίχους του Τάκη Μουσαφίρη "Μια ζωή πληρώνω αμαρτίες αλλωνών".
Σε τούτη τη γωνιά της Δραπετσώνας που βρισκόταν κοντά στο πάλαι ποτέ εργοστάσιο των Λιπασμάτων αρχικά του Κανελλόπουλου και αργότερα του Μποδοσάκη, στο Τσιμεντάδικο της ΑΓΕΤ, στα "Αμερικάνικα" προσφυγικά και στο λιμάνι του Πειραιά, οι γεύσεις, οι άνθρωποι και οι συζητήσεις τους και η ατμόσφαιρα του παλαιού αυθεντικού Πειραιά συνθέτουν τη μαγεία της ταβέρνας του Κατσόγιαννου η οποία αποτελεί τοπόσημο της περιοχής.
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πηγές, η ταβέρνα του Κατσόγιαννου λειτουργεί στο ίδιο σημείο από το έτος 1930, αποτελώντας μια από τις πλέον παλαιές του Πειραιά. Αρχικά βέβαια η επιχείρηση του Γρηγόρη Κατσόγιαννου επί της οδού Αγίου Παντελεήμονος, μεταξύ των οδών Αστυπάλαιας (σήμερα Γ. Αφάρα) και Καστρακίου (σήμερα Κ. Παλαμά), λειτουργούσε ως γαλακτοπωλείο, το οποίο πωλούσε γάλα, βούτυρο, διάφορα γαλακτοκομικά προϊόντα και παγωτό καϊμάκι - το ίδιο που σερβίρεται ως κέρασμα στο τέλος των γευμάτων. Στο πέρασμα των χρόνων το γαλακτοπωλείο μετατράπηκε σε μπακαλοταβέρνα και εν τέλει έγινε κανονική ταβέρνα, μια εξέλιξη αρκετά συνηθισμένη σε παλαιότερους καιρούς. Κατά τη δεκαετία του 1970, η ταβέρνα του Γ. Κατσόγιαννη καταγραφόταν σε καταλόγους των ταβερνών του ευρύτερου Πειραιώς μαζί με εκείνες του Αγραφιώτη στην Υπαπαντή, του Βαλτζή στην οδό Αγίου Δημητρίου, του Βασίλαινα στην οδό Αιτωλικού, του Γουζούαση στη Φρεαττύδα, του Μανικάκη στον Προφήτη Ηλία κ.α. Για την ιστορία, μετά τον θάνατο του Γρηγορίου Κατσόγιαννη, η ταβέρνα πέρασε στα χέρια του υιού του Γεωργίου και της συζύγου του, Ελευθερίας. Στις αρχές της νέας χιλιετίας (έτος 2005), η επιχείρηση πέρασε στην ιδιοκτησία της Ντόρας Σταυρίδου, η οποία όχι μονάχα διατήρησε το ύφος και αρκετές από τις συνταγές της ιστορικής ταβέρνας, αλλά τα εμπλούτισε δεόντως.
Ξύλινα κουφώματα στα ανοίγματα με παραδοσιακές κεντητές κουρτίνες, ανεμιστήρες οροφής, κρεμαστά φωτιστικά σώματα, μωσαϊκό στο πάτωμα, vintage τηλεφωνικές συσκευές, κλασικά τραπεζοκαθίσματα ελληνικής ταβέρνας, retro οικογενειακές και ομαδικές φωτογραφίες, κορνιζαρισμένα πορτρέτα, διπλώματα, πινακίδες συνδέσμων / συλλόγων και επιχειρήσεων και πολλές διαφημιστικές αφίσες περασμένων δεκαετιών - από την ποτοποιία του Δημοσθένη Πουρή και τη ζυθοποιία των Φιξ μέχρι τις σοκολάτες ΙΟΝ, τα σιγαρέτα Santé και το "Αλγκόν" των ΧΡΩ.ΠΕΙ - συνθέτουν το σκηνικό της ταβέρνας του Κατσόγιαννου.
Την παράσταση βέβαια στο εσωτερικό της ταβέρνας η οποία ειρήσθω εν παρόδω διαθέτει ολίγα τραπεζοκαθίσματα στο πεζοδρόμιο επί της οδού Αγίου Παντελεήμονος, κλέβει το καλοσυντηρημένο και εν λειτουργία κάτωθι εικονιζόμενο παλαιό ξύλινο ψυγείο, μοναδικός σιωπηλός μάρτυρας εκείνης της εποχής που ο Γρηγόρης Κατσόγιαννος, τα αρχικά του οποίου φιγουράρουν πάνω στον καθρέπτη, λειτουργούσε το γαλακτοπωλείο του!
Οι τελευταίες παρέες χαιρετούν και ξεμακραίνουν από την ταβέρνα λίγο πριν τα μεσάνυχτα βαδίζοντας στα γύρω στενά της Δραπετσώνας με προορισμό τα ΙΧ τους, σε μια περιοχή όπου η εύρεση θέσεως στάθμευσης είναι προβληματική. Η άσφαλτος και το τσιμέντο κυριαρχούν, πανύψηλες οικοδομές με φώτα κρύβουν τον ουρανό, την ίδια στιγμή που ορισμένα μικρά ισόγεια σπίτια αντιστέκονται και ένα γιασεμί ξεπροβάλλει από μιαν αυλή μοιράζοντας το μεθυστικό του άρωμα, παραπέμποντας σε εκείνα τα δύσκολα και σκληρά χρόνια μετά την Καταστροφή, πριν από έναν ολόκληρο αιώνα, τότε στη Δραπετσώνα "στήθηκε" ο μεγαλύτερος προσφυγικός συνοικισμός της Αττικής!
Διαβάστε σχετικά θέματα:
Κείμενο - Πηγές:
Το κείμενο είναι πρωτότυπο, προϊόν προσωπικής έρευνας, προσωπικής εργασίας και προσωπικών εκτιμήσεων. Στοιχεία και πληροφορίες έχουν ληφθεί από τις κάτωθι πηγές:
- Τύπος Εποχής
- https://www.tavernatoukatsogiannou.gr/
Φωτογραφίες:
- Όλες οι σύγχρονες φωτογραφίες του αφιερώματος καθώς και οι συνθέσεις / αντιπαραβολές ανήκουν στον γράφοντα το ιστολόγιο και διέπονται από κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας.
- Απαγορεύεται ρητά η χρήση, προβολή, αντιγραφή ή/και αναδημοσίευση με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο.
- Όσοι παρανομούν διώκονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας.










Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου