Pages

Σάββατο, Μαρτίου 14, 2026

ΠΑΡΟΔΟΣ ΜΥΚΟΝΟΥ 9Ε

Όχι μόνο νόμιζε πως ήταν ωραία, αλλά ήτανε και βασιλικιά, μια βασιλικιά ανάμεσα στο προλεταριάτο, αυτό κι αν ήταν! Είχε βαμμένα μαύρα μαλλιά, κοντά τετράγωνα νύχια, που συχνά τα έβαφε κατακόκκινα, κι όπως της άρεσε να λέει, μάτια τσακίρικα. Ισχυριζόταν πως όταν ήταν μαθήτρια, του σχολαρχείου φυσικά, γιατί μετά δεν την άφησαν να προχωρήσει, διάβαζε με τις ώρες περπατώντας πάνω κάτω στο μπαλκόνι του πατρικού σπιτιού στο Γύθειο, κι όχι όπως κάνουν τώρα τα παιδιά, που σε μιαν ώρα έχουν ξεμπερδέψει με όλα τα μαθήματα. Σε ανάμνηση εκείνης της εποχής αγόραζε κάθε βδομάδα το Ρομάντσο για να βυθίζεται τα βράδια στις αισθηματικές ιστορίες του. Πάντως πρόλαβε να παντρευτεί δυο φορές, να κάνει παιδιά και με τους δυο άντρες της. Η κόρη της, από τον πρώτο γάμο, παντρεμένη κι αυτή, έμενε μακριά της. Δεν τα πήγαιναν καλά, ίσως δε συμφώνησε με το δεύτερο γάμο της. Όμως τώρα η μάνα μεγάλωνε τρεις γιους με το νέο άντρα της. 

Εκείνο το Σάββατο, κρατώντας μια μελιτζάνα τουρσί βγήκε μισοδακρυσμένη να μεταφέρει στη γειτόνισσα το καταπληκτικό νέο: "Μόλις τώρα άκουσα στο ράδιο το τραγούδι ένας αητός παντρεύεται, παίρνει μια περιστέρα... είναι για τον Κωνσταντίνο μας...". Η άλλη αδιαφορώντας για τους βασιλικούς γάμους πέταξε ένα "Ναι;" συνεχίζοντας το τίναγμα της κουρελούς. Η Στάσα δάγκωσε τσαντισμένη τη μελιτζάνα και πήγε παρακάτω να ανακοινώσει στις άλλες το χαρμόσυνο νέο. Φαίνεται πως απογοητεύτηκε γιατί αφού πρώτα βεβαιώθηκε ότι δεν την έβλεπε κανένας πέταξε όλο νεύρα, πίσω από τη μάντρα, το μισοφαγωμένο τουρσί.

Ο άντρας της, ένας αγαθός ομορφάντρας από τη Χίο, ήταν ανάπηρος πολέμου. Είχε δυο καστανά μάτια, μόνο που το ένα ήτανε γυάλινο. Πήγαινε το πρωί στο τσαγκάρικο και γύριζε το απόγευμα. Τα καλοκαίρια τον περίμενε στην αυλή ένα στρωμένο τραπέζι με ούζο και μεζέδες. Τον περίμενε κι ο οικογενειακός φίλος, που συμπτωματικά είχε το ίδιο όνομα, να συζητήσουν τα ασήμαντα καθημερινά γεγονότα που η κουβέντα τα έκανε σπουδαία. Προηγουμένως η γυναίκα του, είχε προλάβει να κουτουπωθεί μαζί του, έτσι όταν έλεγε "Κώτσο μου" δεν μπερδευόταν. "Κώτσο, φάε κάτι" πρόσταζε η Στάσα καρφώνοντας το μαριδάκι στο πιρούνι. Ο άντρας της την κοίταζε σα χάνος, ετοιμαζόταν, αλλά ο μεζές κατευθυνόταν στο στόμα του άλλου Κώτσου.

Οι γειτόνισσες είχανε μυριστεί πως κάτι έτρεχε, όμως ποτέ μπροστά της δεν είπαν το παραμικρό που να τη φέρει σε δύσκολη θέση. Μόνο μεταξύ τους καμιά φορά μουρμούριζαν συνωμοτικά κι αμέσως σώπαιναν. Μα κι αυτή πάλι δεν ντράπηκε να τον αρπάξει μέσα από την αγκαλιά της καλύτερης φίλης της; Η Λέλα, αυτή ντε που σαβάνωνε πεθαμένους, παντρεμένη με παιδιά, είχε προηγουμένως γκόμενο το Κώτσο, που κι αυτός με τη σειρά του είχε γυναίκα και παιδιά να τον περιμένουν στα Μανιάτικα. Οι γυναίκες χάλασαν τη φιλία τους κι από τότε ο Κώτσος ορκίστηκε στη Στάσα αγάπη μέχρι το θάνατο. Εάν ποτέ της πέρναγε από το νου να τον χωρίσει, ορκίστηκε στο Θεό και στα εικονίσματα που τους έβλεπαν, θα τη σκότωνε και μετά θα έδινε τέλος στη ζωή του. Ήταν Μανιάτης κι ο λόγος του νόμος, και μάλιστα ειπωμένος κάτω από τις εικόνες!

Οι γειτόνισσες αναρωτιόντουσαν πώς και ο άντρας της δεν έπαιρνε χαμπάρι. Καλοκάγαθος μπορεί να ήταν, αλλά τόσο ντιπ χαζός; Εκτός κι αν σφύριζε αδιάφορα. Ήταν όμως και γι' αυτόν δεύτερος γάμος, τι μπορούσε να κάνει πια; Να τη χώριζε και να ξαναπαντρευόταν; Ήταν αργά πλέον, η ηλικία του δεν το επέτρεπε. Τα παιδιά μεγάλωναν, κι έφτανε η στιγμή που ο θείος Κώτσος δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την καθημερινή παρουσία του. Κάτι έπρεπε να γίνει. Και γιατί όχι τα παιδιά του να μη γίνουν φίλοι με τα παιδιά της; Αυτό θα ήταν το καλύτερο. Μα τότε θα ανακάλυπταν ότι δεν υπήρξε ποτέ πραγματικός θείος. "Μα Γιάννη μου όλα τα παιδάκια όταν είναι μικρά λένε τους μεγάλους άντρες "θείους", από σεβασμό, κατάλαβες;". "Τι να καταλάβω ρε μάνα, ένα μεσημέρι που μπήκα ξαφνικά στο σπίτι νομίζεις ότι δεν σας πήρα χαμπάρι τι κάνατε;". Η Στάσα έχασε τον κόσμο. Μόλις συνήλθε του άστραψε χαστούκι. "Για να μάθεις! Ακούς εκεί, δεν ντρέπεσαι κοτζάμ παιδί να υποψιάζεσαι πως η μάνα σου...κακομοίρη μου θα το πω στον πατέρα σου και τότε μαύρο φίδι που σ' έφαγε". Η Στάσα άρπαξε ένα αγγουράκι τουρσί και βγήκε έξω μασουλώντας για να μη δώσει συνέχεια. Τρέμοντας πήγε στη διπλανή γειτόνισσα για να τη βοηθήσει στα κουλουράκια, που έφτιαχνε με τον καινούριο μούστο.

Σε κανέναν δεν είπε τίποτε. Μόνο στον άλλο Κώτσο φανέρωσε, μετά από μήνες, αυτό που βασάνιζε το μέσα της. Ύστερα από χρόνια θα θυμόταν πως τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν, στην αρχή ανεπαίσθητα, αφότου το βλέμμα του Γιάννη της δεν ξανακοίταξε το πρόσωπό της.

"Στρώσε το στρώμα σου για δυο, για σένα και για μένα".... τραγουδούσε ο Μπιθικώτσης αλλά η Στάσα δεν τον άφησε να συνεχίσει. Έκλεισε όλο νεύρα το ραδιόφωνο. Οι κομμουνιστές έχουνε πιάσει όλα τα πόστα, σκέφτηκε. Βγήκε στην αλάνα να φωνάξει την "κορονίτσα της" το μικρό της Στελάκη, να έρθει γρήγορα να διαβάσει. Σα γνήσια βασιλικιά, και Μανιάτισσα βεβαίως, οι κορόνες, οι βασιλείς και οι πρίγκιπες, ήταν τα ιερά σύμβολα της ψυχής της, όπως και της ένδοξης Ελλάδος. Το παλάτι, χωρίς δεύτερη κουβέντα, ήταν ο στυλοβάτης του έθνους. Η Στάσα φούσκωνε από υπερηφάνεια· μπορεί 5 άτομα να κοιμόντουσαν σ' ένα ανήλιαγο δωμάτιο, αλλά οι φωτογραφίες του Παύλου και της Φρειδερίκης κάθε μέρα της χαμογελούσαν. Όμως δεν ήταν μόνον αυτοί. Μήπως και ο συχωρεμένος ο Μεταξάς - ν' αγιάσουν τα κόκκαλά του - δεν είχε ενδιαφερθεί για τους φτωχούς; Αυτός δεν έφτιαξε το ΙΚΑ για να έχει όλος ο κόσμος γιατρούς και φάρμακα; Και μετά τον λέγανε δικτάτορα, ρε άντε να χαθούνε οι κουκουέδες, μωρέ ας μην ήταν αυτός και σου 'λεγα εγώ! Σκεφτόταν κι άλλα η Στάσα όσο έγραφε η "κορονίτσα" της, και την κόρη της, και τ' άλλα παιδιά της, και τα μαλλιά της που ήθελαν βάψιμο, και τον Κώτσο, και την ανεπρόκοπη τη γυναίκα του, που ακούς εκεί να ξεχάσει ολόκληρη καρφίτσα στο πέτο του σακακιού του! Λες και το έκανε επίτηδες, σαν να ήθελε να την τιμωρήσει. Ναι, αυτό ήταν, της έστησε παγίδα, την εκδικήθηκε μ' αυτό τον τρόπο. Την έβαλε εκεί για να της τρυπήσει το δάχτυλο καθώς τον χάιδευε στο λαιμό και στους ώμους. Όμως κι αυτός, τι παράξενο, δεν την άφησε να του τη βγάλει από το πέτο. Μα θα πήγαινε στη συνάντηση με μια καρφίτσα στο σακάκι; Άλλο πάλι κι αυτό! Ανυποψίαστη πίστευε πως η καρφίτσα ήτανε έργο της γυναίκας του και όχι σήμα παρακρατικής οργάνωσης. Τώρα έτρεμε λίγο το κεφάλι της ή μήπως όχι; Μπα, μάλλον τα χέρια της κουνάνε ελαφρά τον καθρέφτη. Ναι, αυτό είναι!

Η γειτόνισσα, που ο άντρας της είχε τον "ξορκισμένο" και βρισκόταν βαριά στο νοσοκομείο, τη ρώτησε μήπως και ήξερε κάποιον, ώστε να μεσολαβήσει για να της βγάλουν χαρτί απορίας από την Πρόνοια. Η Στάσα ένιωσε υπεροχή. Μπορεί ο "λεγάμενος" να ήταν ελαιοχρωματιστής, και τα χέρια του να μύριζαν νέφτι, αλλά όπως και να το κάνουμε γνώριζε κόσμο και κοσμάκη. Δε θα ήταν γι' αυτόν τόσο δύσκολο να βοηθήσει προκειμένου ο άρρωστος να γλιτώσει λεφτά, αφού η αρρώστια του έφαγε όσες οικονομίες είχε. Ο Κώτσος δεν έφερε αντίρρηση, αλίμονο να μη βοηθήσει ένα φτωχό άνθρωπο που είχε την ανάγκη του; Φτάνει να μην είναι κουμουνιστής. Είναι; Η Στάσα δεν έβαζε το χέρι της στη φωτιά. "Πάντως ήσυχος άνθρωπος φαίνεται Κώτσο μου, κάνε το καλό κι ο Θεός βλέπει". Η αλήθεια είναι ότι και ο ίδιος πίστευε πως ένας τέτοιος φουκαράς δε θα μπορούσε να του ξεφύγει. Χρόνια τώρα παρακολουθούσε ανθρώπους και ανθρώπους, και στις ερημιές του λιμανιού, μαζί με άλλους, σακάτευε στο ξύλο τους αμετανόητους. Άλλωστε οι περιπτεράδες ήταν όλοι φίλοι του, του εμπιστεύονταν και την παραμικρή υποψία για οποιονδήποτε, κάποιος ρε αδερφέ δε θα του είχε σφυρίξει; Σίγουρα· άλλωστε στην οργάνωση "Καρφίτσα" ποτέ και κανείς δεν αναφέρθηκε στο όνομά του. "Πες της να έρθει να με βρει στις 11 το πρωί αύριο, μπροστά στην Αγία Τριάδα. Στο μεταξύ θα έχω συνεννοηθεί και με τον αρχηγό". Η Στάσα πήγε να δακρύσει, αλλά άλλαξε γνώμη. Προτίμησε ν' ανοίξει τα πόδια. "Αχ Κώτσο μου, ψυχικό κάνεις, ας είσαι καλά...".

Το σπίτι, ο Θεός να έκανε σπίτι ένα δωμάτιο όλο κι όλο με μια εσοχή στον ετοιμόρροπο τοίχο για κουζίνα, πουλήθηκε. Η Στάσα πήρε τους άντρες της και χάθηκε στο Μοσχάτο. Δίπλα στο ποτάμι νοίκιασε ένα παρόμοιο. Τα παιδιά της μεγάλωσαν και τράβηξαν δρόμους μακρινούς και ύποπτους. Έμεινε μόνη με τους Κώτσους. Για έξι καλοκαίρια έστρωνε πάλι στην αυλή τραπεζάκια με μεζέδες. Τα πιάτα όμως έπεφταν από τα χέρια της, κι οι κεφτέδες κατρακυλούσαν στο χώμα. Το πάρκινσον την ταρακουνούσε σύγκορμη. Τα άβαφα μαλλιά της είχανε γίνει κάτασπρα. Το Μάρτη πέθανε ο άντρας της και το Σεπτέμβρη τον ακολούθησε ο άλλος. Τώρα μπορούσε να πενθήσει κανονικά. Πάνω στη σερβάντα έβαλε τις φωτογραφίες κι ανάμεσά τους το καντηλάκι. Κάθε σούρουπο το άναβε, τους κοιτούσε για λίγο αμίλητη, ύστερα άνοιγε την τηλεόραση, κι άλλοτε πάλι έφερνε την καρέκλα της στο παράθυρο χαζεύοντας τους περαστικούς.

[ΚΑΜΙΝΙΑ]

Διαβάστε τα υπόλοιπα διηγήματα δια χειρός Ιερώνυμου Πολλάτου τα οποία κυκλοφορούν στην σχετική έκδοση του ΙΜΤΙΙΕ υπό τον τίτλο "Τα Καμίνια Εντός"

Πηγή Κειμένου:

"Τα Καμίνια Εντός - 14+1 Διηγήματα", Ιερώνυμος Πολλάτος, Ινστιτούτο Μελέτης της Τοπικής Ιστορίας και της Ιστορίας των Επιχειρήσεων (ΙΜΤΙΙΙΕ), Πειραιάς 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου