Η Κεντρική Λαχαναγορά Αθηνών γνωστή απλά και ως Κεντρική Λαχαναγορά ή Λαχαναγορά Ρέντη εκτείνεται σε μια περιφραγμένη έκταση περίπου 260 στρεμμάτων, η οποία ορίζεται από την Εθνική Οδό Αθηνών-Λαμίας (λεωφόρος Κηφισού), τη λεωφόρο Γεωργίου Παπανδρέου (σσ. παλαιότερη ονομασία Βασιλέως Παύλου), την οδό Τζον Κένεντι και τις γραμμές του ΟΣΕ.
Μετά το καταστρεπτικό πέρασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και της Κατοχής, η μεταπολεμική Αθήνα των αρχών της δεκαετίας του '50 πάσχιζε να αποκτήσει νέες εγκαταστάσεις που θα αντικαθιστούσαν τις παρωχημένες και μη λειτουργικές παλαιότερες. Στην παλαιά Λαχαναγορά των Αθηνών, επί καθημερινής βάσεως, καφάσια, τραπέζια (πάγκοι), κάρα, λάσπες και σκουπίδια συνέθεταν ένα σκηνικό στο οποίο ούτε καν οι δικαιούχοι των καταστημάτων μπορούσαν να εξακριβώσουν τα ακριβή όρια της ιδιοκτησίας τους. Η ανάγκη κατασκευής μιας νέας Λαχαναγοράς, αντάξια μιας μεγαλούπολης όπως η Αθήνα, η οποία θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες των εμπόρων λυτρώνοντας τους Αθηναίους από τις συνθήκες "ανατολίτικου παζαριού" ήταν πλέον επιβεβλημένη!

Η ως άνω περιγραφόμενη έκταση στην περιοχή του Αγίου Ιωάννη Ρέντη, άνωθεν του οικισμού Σταματάκη, στα ανατολικά του Κηφισού, επελέγη βασικά λόγω της θέσης της, στη διασταύρωση τριών κεντρικών αρτηριών, της Εθνικής Οδού, της οδού Αθηνών-Πειραιώς και των σιδηροδρομικών γραμμών ΣΕΚ/ΣΠΑΠ, ούσα εκτός (τότε) αστικού ιστού. Στον κάτωθι ήμι-κτηματολογικό χάρτη των μέσων της δεκαετίας του '50 έχει σημανθεί με πιο έντονο χρώμα η έκταση στην οποία κατασκευάστηκε η Κεντρική Λαχαναγορά των Αθηνών. Όπως γίνεται αντιληπτό, στην εν λόγω έκταση, προ της κατασκευής της Λαχαναγοράς υπήρχαν κτήματα, βουστάσια, βυρσοδεψεία, μάντρες οικοδομικών υλικών, κεραμοποιεία και άλλες βιοτεχνικές/βιομηχανικές εγκαταστάσεις.

Τον Μάιο του έτους 1958 υποβλήθηκε στον Υπουργό Γεωργίας Αδαμόπουλο το οριστικό σχεδιάγραμμα της νέα Κεντρικής Λαχαναγοράς Αθηνών, από τον αρχιτέκτονα Π. Βασιλειάδη. Η νέα Λαχαναγορά Αθηνών αναμένετο να ανεγερθεί σε έκταση 400 στρεμμάτων, στη διασταύρωση των σιδηροδρομικών γραμμών ΣΕΚ και ΣΠΑΠ με τον Κηφισό. Για τις εργασίες ανέγερσης, υπεύθυνη θα ήταν η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ θα γινόταν χρήση σχετικής αμερικανικής δωρεάς 100.000.000 δραχμών. Η ανάλυση των κτιριακών συγκροτημάτων, σύμφωνα με τους αναφερόμενους στο κάτωθι σχεδιάγραμμα αριθμούς, είχε ως εξής: 1. Κεντρική Είσοδος. 2. Κτίριο Διοικήσεως με γραφεία Τύπου, αγορανομίας, αστυνομίας, καφενείο, κουρεία, τουαλέτες, τηλεφωνικούς θαλάμους, αίθουσες μπάνιου για τους υπαλλήλους, χώρο για τραπεζιτικές συναλλαγές, κατάστημα ψιλικών, λογιστήριο, αίθουσα μηχανολογιστικής, ζυγιστήριο κ.α. 3. Εστιατόριο. 4. Αίθουσες συσκευασίας. 5. Αίθουσα δημοπρασιών για 150 άτομα. 6. Αγορά Ανθέων περιλαμβάνουσα 20 καταστήματα. 7. Πέντε υπόστεγα εκθέσεως των προϊόντων υπό των παραγωγών. 8. και 8Α. Κτιριακά συγκροτήματα περιλαμβάνοντα 406 καταστήματα. 9. Χώρος για την επέκταση των καταστημάτων. 10. Αγορά πουλερικών περιλαμβάνουσα ορνιθώνα, σφαγείο, ωοσκοπικό κέντρο κτλ. 11. Αποβάθρα σιδηροδρόμων. 12. Χώρος εξαγωγών. 13. Κεντρικοί ψυκτικοί χώροι 8.000 κυβικών μέτρων. 14. Χώροι προτυποποιήσεως. 15. Συνεργείο επισκευών αυτοκινήτων. 16. Χώρος σταθμεύσεως για 1.000 τουλάχιστον αυτοκίνητα. 17. Χώρος μελλοντικών εγκαταστάσεων. 18. Κήπος. 19. Αποβάθρα αυτοκινήτων. 20. Γκαράζ. 21. Σταθμός βενζίνης και 22. Χώρος απορριμμάτων.
Τέλος, η ανάλυση του προϋπολογισμού των δαπανών είχε ως εξής: Κτίρια 62.500.000 δρχ., Ψυγεία 5.000.000 δρχ., οδοποιία και διαμόρφωση χώρου 12.000.000 δρχ., σιδηροδρομικές γραμμές 5.000.000 δρχ., κιγκλίδωμα 500.000 δρχ., αξία γηπέδου 10.000.000 δρχ. και απρόβλεπτα 5.000.000 δρχ.
_wm.jpg)
Η Νέα Λαχαναγορά Αθηνών θεμελιώθηκε το απόγευμα της 14ης Οκτωβρίου του 1959, από τον Πρόεδρο της τότε Κυβερνήσεως Κωνσταντίνο Καραμανλή, υπό τα παρατεταμένα χειροκροτήματα και τις ζητωκραυγές του πλήθους που είχε κατακλύσει το σημείο της τελετής.
Στην εν λόγω τελετή θεμελιώσεως παρέστησαν μεταξύ των άλλων ο Αντιπρόεδρος της τότε Κυβερνήσεως Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο πρέσβης των ΗΠΑ Ellis O. Briggs, οι Υπουργοί Εμπορίου, Εμπορικής Ναυτιλίας, Γεωργίας και Συγκοινωνιών, διάφοροι υφυπουργοί και γενικοί γραμματείς Υπουργείων, ο διοικητής της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος Ν. Χριστοδούλου, ο Αρχηγός της Αστυνομίας Πόλεων, οι δήμαρχοι Αθηνών, Πειραιώς και Αγίου Ιωάννη Ρέντη καθώς επίσης πολλοί άλλοι επίσημοι.
Προ της θεμελιώσεως, τελέστηκε o καθιερωμένος Αγιασμός χοροστατούντος του βοηθού επισκόπου Χρυσόστομου μετά από τον οποίον ο δήμαρχος Αγίου Ιωάννη Ρέντη Γεώργιος Λιανόπουλος εκφώνησε λόγο τονίζοντας μεταξύ των άλλων πως η συγκεκριμένη ημέρα θα αποτελούσε ιστορικό σταθμό για την πόλη του Αγίου Ιωάννου Ρέντη.
Η Θεμελίωσις της Νέας Λαχαναγοράς Αθηνών από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή:
Η συμμετοχή του Πρέσβη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής Ellis O. Briggs στην τελετή θεμελίωσης της Νέας Αγοράς.
_wm.jpg)
Όπως προκύπτει από τον λόγο που εκφώνησε ο τότε Υπουργός Γεωργίας Κωνσταντίνος Αδαμόπουλος, στην ίδρυση της νέας Λαχαναγοράς των Αθηνών από την κυβέρνηση Κ. Καραμανλή, συνέβαλε η κυβέρνηση των ΗΠΑ, καθώς από τα προϋπολογισθέντα 140.000.000 δραχμές που προβλέπονταν για τις δαπάνες κατασκευής η κυβέρνηση των ΗΠΑ προσέφερε τα 100.000.000 δραχμές. Η έκταση των εγκαταστάσεων υπολογίζονταν σε 303 στρέμματα και προβλεπόταν η κατασκευή 530 χώρων καταστημάτων συνολικού εμβαδού 15.000 τετραγωνικών μέτρων, ψυγεία χωρητικότητας 16.000 κυβικών μέτρων, σφαγείο πουλερικών εμβαδού 1.500 τετραγωνικών μέτρων, άφθονους αποθηκευτικούς χώρους, χώροι για την πώληση προϊόντων από μεμονωμένους παραγωγούς, ωοσκοπικό κέντρο, εγκατάσταση κλιματισμού για την ρύθμιση της θερμοκρασίας, ειδικούς χώρους για την φόρτωση/εκφόρτωση αυτοκινήτων και σιδηροδρομικών συρμών,
Ακολουθούν ορισμένα ενδεικτικά αρχειακά φωτογραφικά στιγμιότυπα από την τελετή της θεμελιώσεως της νέας Λαχαναγοράς Αθηνών. Εκτός του πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή, διακρίνονται ο αντιπρόεδρος της Κυβερνήσεως Π. Κανελλόπουλος, ο Υπουργός Γεωργίας Κ. Αδαμόπουλος, ο Υπουργός Εμπορίου Λ. Δερτιλής και ο Υφυπουργός Οικονομικών Δ. Αλιμπράντης.
Τα έργα κατασκευής της νέας Λαχαναγοράς από την ανάδοχο εταιρία οι οποία απασχολούσε περί τους 50 εργάτες στο εργοτάξιο ξεκίνησαν τον Νοέμβριο του 1960. Έναν χρόνο αργότερα, το φθινόπωρο του έτους 1961, παρά τις τις εκτιμήσεις των ειδικών και την ανακοίνωση του Υπουργείου πως τα έργα κατασκευής έβαιναν ικανοποιητικά και πως η λειτουργία της νέας λαχαναγοράς στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη αναμενόταν από τις αρχές του επόμενου έτους (1962) υπό την προϋπόθεση της έγκαιρης εγκατάστασης των ψυκτικών μηχανημάτων, ο ρυθμός των έργων κρινόταν τουλάχιστον βραδύς, όπως τόνιζαν σχετικά δημοσιεύματα του Τύπου εκείνης της εποχής.
Ένα εκ των αναγειρόμενων επτά υπόστεγων της νέας Λαχαναγοράς Αθηνών |
Κτίριο εις το οποίον θα στεγαστούν οι άστεγοι ιδιοκτήτες καταστημάτων |
Τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους (1961), το Υπουργείο Γεωργίας κατάρτισε σχέδιο διατάγματος περί ιδρύσεως ειδικού οργανισμού υπό τη διοίκηση και διαχείριση του οποίου θα υπαγόταν η ανεγειρόμενη νέα λαχαναγορά. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως στη διοίκηση του εν λόγω ειδικού οργανισμού, εκτός του Κράτους, θα συμμετείχαν η ΑΤΕ, ο δήμος Αθηναίων και εκπρόσωποι των παραγωγών και των εμπόρων λαχανικών. Ταυτόχρονα, σκοπός της ιδρύσεως του νέου φορέα θα ήταν ο συντονισμός του έργου, του οποίου ο ρυθμός εκτελέσεως κρινόταν για ακόμα μια φορά απογοητευτικός.
Τον Απρίλιο της επόμενης χρονιάς (1962), εκτενή δημοσιεύματα στον Τύπο εκείνων των καιρών, μετά σχετικών φωτογραφιών, ανακοίνωναν πως η νέα Κεντρική Λαχαναγορά, η οποία ανεγειρόταν στον Ρέντη "επί απολύτως συγχρονισμένων βάσεων, με τέλειες κατασκευαστικές μεθόδους", αναμένετο να λειτουργήσει εντός του τρέχοντος έτους.
Πανοραμική άποψη της αναγειρόμενης παρά τον Άγιο Ιωάννη Ρέντη νέας Κεντρικής Λαχαναγοράς των Αθηνών. Διακρίνονται τα υπό κατασκευή με χρήση μπετόν αρμέ νέα κτιριακά συγκροτήματα καθώς και η περίφραξη του όλου χώρου με σιδηρά κιγκλιδώματα επί λιθοδομής.

Κατά τον μήνα Οκτώβριο του ιδίου έτους (1962), ο τότε Αντιπρόεδρος (και μετέπειτα 36ος Πρόεδρος) των ΗΠΑ Lyndon B. Johnson (1908 – 1973), επισκέφθηκε την υπό ανέγερση μεγάλη πρότυπο Αγορά του Ρέντη, στα πλαίσια της ολιγοήμερης επισκέψεώς του στην Ελλάδα, συνοδεία του Υπουργού Γεωργίας, του διοικητή της ΑΤΕ, των δημάρχων Ρέντη, Πειραιώς, Αθηνών και Ταύρου, διαφόρων εκπροσώπων οργανώσεων εμπόρων λαχαναγοράς και συνεταιρισμών καθώς και πλήθος κόσμου. Ο δε δήμαρχος Ρέντη Γ. Λιανόπουλος, στη σύντομη προσφώνησή του προς τον Lyndon B. Johnson, δεν παρέλειψε να εκφράσει τις πλέον ειλικρινείς και εγκάρδιες ευχαριστίες εκ μέρους του λαού του Αγίου Ιωάννου Ρέντη προς την κυβέρνηση των ΗΠΑ για την συνδρομή της στη δημιουργία της νέας Λαχαναγοράς!
Στις αρχές του έτους 1963, το δημοτικό συμβούλιο Αθηναίων, με σχετικό ψήφισμα, διαμαρτυρόταν καθώς ο Δήμος Αθηναίων είχε αγνοηθεί παντελώς από την λειτουργία της νέας λαχαναγοράς, ζητώντας ταυτόχρονα να του ανατεθεί η λειτουργία, συντήρηση και εκμετάλλευση αυτής! Το σχετικό ψήφισμα ανέλαβε να το επιδώσει προς τον Κωνσταντίνο Καραμανλή σχετική επιτροπή αγώνος απαρτιζόμενη από τον Δήμαρχο Αθηναίων Π. Κατσώτα και αρκετούς δημοτικούς συμβούλους. Ο λόγος της διαμαρτυρίας του Δήμου Αθηναίων ήταν φυσικά οικονομικής φύσεως, καθώς η λειτουργία των δημοτικών λαχαναγορών απέδιδε στον Δήμο πόρους ύψους 13 εκατομμυρίων δραχμών!
Το φθινόπωρο του ιδίου έτους (1963), σύμφωνα με τις δηλώσεις του τότε Υπουργού Γεωργίας Ιωάννη Ξανθάκη, επί ημερών υπηρεσιακής κυβερνήσεως Στυλιανού Μαυρομιχάλη, οι αρμόδιες υπηρεσίες του εν λόγω Υπουργείο επρόκειτο να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για την επιτάχυνση των έργων!
Το καλοκαίρι του επόμενου έτους (1964), διάφοροι υπάλληλοι των αγορών του Δήμου Αθηναίων, επισκέπτονταν τον Δήμαρχο Στρατηγό Π. Κατσώτα και τον δημοτικό σύμβουλο Πετρομανιάτη ζητώντας τους να μεριμνήσουν για την εργασιακή τους αποκατάσταση στη νέα λαχαναγορά ώστε να μην βρεθούν άνευ δουλειάς!
Λίγες εβδομάδες πριν από την επίσημη έναρξη της λειτουργίας της νέας Λαχαναγοράς Αθηνών, στις αρχές του έτους 1965, οι λαχανοπώλες του Ρουφ, οι οποίοι δραστηριοποιούνταν στην παλαιά Αγορά επί της οδού Πειραιώς 152, διαμαρτυρήθηκαν μέσω της σχετικής επιτροπής αγώνος της Λαχαναγοράς "Ελπίς" προς τον Υπουργό Γεωργίας καθώς οι αιτήσεις τους για την εγκατάστασή τους στη νέα Λαχαναγορά είχαν απορριφθεί ως εκπρόθεσμες!
Εν τέλει, τα επίσημα εγκαίνια της Νέας Λαχαναγοράς "παρά τον Άγιον Ιωάννην Ρέντην" πραγματοποιήθηκαν το πρωινό της Κυριακής 14ης Μαρτίου του έτους 1965 παρουσία του Α' Αντιπροέδρου της Βουλής Εμμ. Μπακλατζή, βουλευτών και πρώην Υπουργών καθώς επίσης του προέδρου του Οργανισμού της νέας Λαχαναγοράς Ε. Γεωργούση. Την τότε κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου εκπροσώπησε ο υφυπουργός Εμπορίου Σπανορρήγας ο οποίος μετέφερε μήνυμα του πρωθυπουργού προς τους εκπροσώπους των συνεργαζομένων τάξεων της νέας Λαχαναγοράς, τονίζοντας πως υπήρχαν ατέλειες και πολλά στάδια για την πλήρη λειτουργία του θεσμού, υποσχόμενος πως οι τεχνικές ελλείψεις θα εξαλείφονταν σύντομα. Παρόν στην εκδήλωση, ο οικονομικός σύμβουλος της πρεσβείας των ΗΠΑ Ρ. Μακκόϋ ο οποίος δήλωσε πως το συγκεκριμένο έργο αποτελούσε αποτέλεσμα της πετυχημένης κοινής προσπάθειας των κυβερνήσεων Ελλάδος και ΗΠΑ, ενώ τόνισε την ιδιαίτερη συγκυρία των εγκαινίων δυο ημέρες μετά την επέτειο του δόγματος Τρούμαν (12.03.1947)!
Η Νέα Λαχαναγορά ξεκίνησε την λειτουργία της την επόμενη ημέρα, Δευτέρα 15η Μαρτίου του 1965. Αξιοσημείωτο το γεγονός πως, μεταξύ των άλλων, η Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος άνοιξε υποκατάστημα εντός των εγκαταστάσεων της νέας κεντρικής λαχαναγοράς για την εξυπηρέτηση των οπωρολαχανεμπόρων και του κοινού για κάθε τραπεζιτική εργασία.
Τέσσερις μήνες μετά την έναρξη των εργασιών της νέας Λαχαναγοράς, η λειτουργία της παρουσίαζε αρκετά ζητήματα προς επίλυση (μη λειτουργία της ανθοκομικής πτέρυγας, καθυστέρηση εγκατάστασης πτηνοτροφικής πτέρυγας, παρουσία εμπόρων εκτός των καταστημάτων τους, καθυστέρηση στην τοποθέτηση και λειτουργία των ειδικών πλαστιγγών, καθυστέρηση τοποθέτησης και λειτουργίας ψυγείων, επιβολή τέλους καθαριότητας και φωτισμού από τον Δήμο Αγίου Ιωάννη Ρέντη):
Ενδεικτικά, επιχρωματισμένα με τη βοήθεια της τεχνολογίας, αρχειακά τεκμήρια από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας της Κεντρικής Λαχαναγοράς στο Ρέντη, κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του '60.


Κατά τις επόμενες δεκαετίες, η Κεντρική Λαχαναγορά Ρέντη, εξελίχθηκε σε έναν ζωντανό και καθοριστικό πυρήνα της ελληνικής αγροτικής οικονομίας, λειτουργώντας ως ο βασικός σύνδεσμος ανάμεσα στους παραγωγούς και την αγορά. Η καθημερινότητά της δεν έμοιαζε με μια τυπική αγορά, καθώς αποτελούσε ένα νυχτερινό οικοσύστημα που ξεκινούσε να δραστηριοποιείται όταν η υπόλοιπη πόλη ηρεμούσε. Από τα μεσάνυχτα και κυρίως τις πρώτες πρωινές ώρες, φορτηγά γεμάτα προϊόντα από όλη την Ελλάδα κατέφθαναν αδιάκοπα, δημιουργώντας ένα σκηνικό έντονης κινητικότητας, με φώτα, θόρυβο, φωνές και συνεχή εργασία.
Ειδικότερα, κατά τη δεκαετία του 1970, η λειτουργία της αγοράς διατήρησε τον παραδοσιακό και ανεπίσημο χαρακτήρα, με συναλλαγές που βασίζονταν σχεδόν αποκλειστικά στα μετρητά και στην προσωπική επαφή, ενώ η διαμόρφωση των τιμών γινόταν επί τόπου μέσα από έντονη διαπραγμάτευση. Το δε παζάρι αποτελούσε βασική δεξιότητα των εμπόρων, οι οποίοι αξιολογούσαν τα προϊόντα με το "μάτι" και την εμπειρία τους, χωρίς τυποποιημένα κριτήρια ή σύγχρονα μέσα ελέγχου. Η εμπιστοσύνη και ο λόγος είχαν ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς πολλές συμφωνίες επισφραγίζονταν με μια απλή χειραψία!
Με το πέρασμα των χρόνων, κατά τη δεκαετία του 1980, η αγορά άρχισε να αποκτά πιο οργανωμένα χαρακτηριστικά, χωρίς όμως να χάνει τον έντονα ανθρώπινο και διαπραγματευτικό της χαρακτήρα. Η κίνηση αυξανόταν συνεχώς, με εμπόρους από όλη τη χώρα να συγκεντρώνονται εκεί, ενώ οι έλεγχοι ποιότητας και η διαχείριση των προϊόντων γίνονταν πιο συστηματικοί. Παράλληλα, οι φορτοεκφορτωτές συνέχιζαν να αποτελούν βασικό στοιχείο της λειτουργίας, εκτελώντας βαριά χειρωνακτική εργασία υπό δύσκολες συνθήκες και συχνά με αμοιβή δυσανάλογη του όγκου εργασίας. Η αγορά λειτουργούσε όχι μόνο ως χώρος εμπορίου αλλά και ως κέντρο πληροφόρησης και κοινωνικών σχέσεων, όπου διαμορφώνονταν συνεργασίες, εμπιστοσύνη και επαγγελματικά δίκτυα.
Προς τα τέλη του 20ου αιώνα, παρατηρήθηκε μια πιο σαφής μετάβαση προς τον εκσυγχρονισμό. Οι υποδομές της αγοράς βελτιώθηκαν σημαντικά, με την ανάπτυξη ψυκτικών εγκαταστάσεων και καλύτερα οργανωμένων αποθηκευτικών χώρων, γεγονός που επέτρεψε τη διατήρηση της ποιότητας των προϊόντων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Οι συναλλαγές άρχισαν να τυποποιούνται περισσότερο, με την εισαγωγή τιμολογίων και τη συνεργασία με οργανωμένες επιχειρήσεις και αλυσίδες λιανικής. Τέλος, αυξήθηκε η παρουσία εισαγόμενων προϊόντων, αντανακλώντας τις ευρύτερες αλλαγές της αγοράς και το άνοιγμα της οικονομίας.
Μετά το 2000, η Κεντρική Λαχαναγορά Ρέντη πέρασε σε μια πιο σύγχρονη και σύνθετη φάση, όπου συνυπήρχαν το παλιό μοντέλο της προσωπικής διαπραγμάτευσης με νέες μορφές οργάνωσης, τεχνολογίας και εμπορικών απαιτήσεων. Η βασική της λειτουργία ως χονδρεμπορικό κέντρο παρέμεινε, πλην όμως ο τρόπος με τον οποίο κινούνταν τα προϊόντα και διαμορφώνονταν οι τιμές άλλαξε αισθητά. Η Αγορά συνέχισε να λειτουργεί κυρίως τις νυχτερινές και πρώτες πρωινές ώρες, διατηρώντας τον έντονο ρυθμό και την εικόνα της "πόλης που δεν κοιμάται". Ωστόσο, η εικόνα υπήρξε σαφώς πιο οργανωμένη, με φορτία που διακινούνταν πλέον σε μεγαλύτερο βαθμό με παλέτες και ανυψωτικά μηχανήματα αντί για καθαρά χειρωνακτική εργασία, ενώ οι εγκαταστάσεις ψύξης και αποθήκευσης βελτιώθηκαν σημαντικά, επιτρέποντας καλύτερο έλεγχο της ποιότητας και της διάρκειας ζωής των προϊόντων. Στο εμπορικό κομμάτι, η μεγάλη αλλαγή υπήρξε η ενίσχυση των οργανωμένων δικτύων διανομής. Οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ απέκτησαν ισχυρότερο ρόλο και συχνά συνεργάζονταν απευθείας με εμπόρους ή παραγωγούς, περιορίζοντας σε κάποιο βαθμό το παραδοσιακό "παζάρι". Οι δε τιμές εξακολουθούσαν να επηρεάζονται από την προσφορά και τη ζήτηση της ημέρας, αλλά πλέον υπήρχαν περισσότερα προκαθορισμένα συμβόλαια, συμφωνίες και τιμοκατάλογοι. Παρόλα ταύτα, η προσωπική σχέση και η εμπιστοσύνη δεν εξαφανίστηκαν, απλά λειτουργούσαν μέσα σε ένα πιο επαγγελματικό πλαίσιο. Η τεχνολογία επίσης άρχισε να παίζει σημαντικό ρόλο με τη χρήση των πρώτων κινητών τηλεφώνων, ηλεκτρονικών υπολογιστών και αργότερα ψηφιακών συστημάτων, που βοήθησαν στην ταχύτερη ενημέρωση τιμών, διαθεσίμων ποσοτήτων και παραγγελιών. Επιπρόσθετα, η Αγορά συνδέθηκε με την υπόλοιπη Ελλάδα και το εξωτερικό, ενώ αυξήθηκε ακόμη περισσότερο η παρουσία εισαγόμενων προϊόντων, ιδιαίτερα εκτός εποχής. Παράλληλα, ενισχύθηκαν οι έλεγχοι υγιεινής και ασφάλειας τροφίμων, καθώς και η ιχνηλάτηση των προϊόντων, σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Η ποιότητα πλέον δεν βασιζόταν στο έμπειρο "μάτι" του εμπόρου, αλλά σε τυποποιημένες διαδικασίες και πιστοποιήσεις. Παρότι η Αγορά εν γένει εκσυγχρονίστηκε και αναβαθμίστηκε με την κατασκευή της νέας Κρεαταγορά και της Αγοράς Καταναλωτή, την ανέγερση της νέας Ιχθυαγοράς, την τοποθέτηση νέων ψυκτικών θαλάμων, ωριμαντηρίου και χώρων μικροσυσκευασίας ώστε να διατηρούνται τα τρόφιμα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, την ανακατασκευή του οδικού δικτύου, την συντήρηση/αντικατάσταση της περίφραξης κ.α., εντούτοις διατήρησε έντονα στοιχεία από το παρελθόν, με την ένταση, τους γρήγορους ρυθμούς, τις διαπραγματεύσεις και την ανθρώπινη επαφή να παραμένουν βασικά χαρακτηριστικά. Επίσης, οι φορτοεκφορτωτές εξακολούθησαν να έχουν σημαντικό ρόλο, αν και η εργασία τους είχε εν μέρει ελαφρυνθεί λόγω μηχανικών μέσων. Επιπλέον, η λαχαναγορά συνέχισε να λειτουργεί ως χώρος κοινωνικής δικτύωσης και ανταλλαγής πληροφοριών, όπου "μαθαίνονταν τα νέα" της παραγωγής και της αγοράς.
Μετά την οικονομική κρίση που ξέσπασε στην Ελλάδα γύρω στο 2010, η Κεντρική Λαχαναγορά Ρέντη βρέθηκε αντιμέτωπη με μια νέα πραγματικότητα, πιο σκληρή και απαιτητική, που επηρέασε τόσο τον όγκο των συναλλαγών όσο και τον τρόπο λειτουργίας της. Στα πρώτα χρόνια της κρίσης παρατηρήθηκε αισθητή πτώση στη ζήτηση, καθώς μειώθηκε η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών. Ένα από τα πιο έντονα φαινόμενα της συγκεκριμένης περιόδου υπήρξε η έλλειψη ρευστότητας, καθώς τα μετρητά περιορίστηκαν σημαντικά και οι συναλλαγές με πίστωση αυξήθηκαν, αλλά με μεγαλύτερο ρίσκο. Η εμπιστοσύνη εξακολουθούσε να παίζει ρόλο, όμως έγινε πιο "επιφυλακτική". Ως αποτέλεσμα των νέων συνθηκών, πολλές μικρές επιχειρήσεις δυσκολεύτηκαν να αντέξουν, με αποτέλεσμα να μειωθεί ο αριθμός των παικτών στην αγορά και να συγκεντρωθεί η δραστηριότητα σε πιο ισχυρούς εμπόρους. Ταυτόχρονα, ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο η παρουσία μεγάλων οργανωμένων αλυσίδων λιανικής, οι οποίες είχαν καλύτερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και μπορούσαν να διαπραγματευτούν πιο σκληρά και σε μεγαλύτερους όγκους, γεγονός που πίεσε τους παραδοσιακούς εμπόρους της λαχαναγοράς να γίνουν πιο ανταγωνιστικοί, να οργανωθούν καλύτερα και να μειώσουν κόστη. Αξιοσημείωτο υπήρξε κατά την ίδια χρονική περίοδο το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για ελληνικά προϊόντα, τόσο για λόγους κόστους όσο και λόγω στροφής των καταναλωτών στην εγχώρια παραγωγή. Παράλληλα, ορισμένοι παραγωγοί προσπάθησαν να παρακάμψουν εν μέρει τη λαχαναγορά, πουλώντας απευθείας (π.χ. μέσω αγορών χωρίς μεσάζοντες), αν και η λαχαναγορά παρέμεινε βασικός κόμβος. Στο δε λειτουργικό κομμάτι, η ανάγκη για αποδοτικότητα οδήγησε σε περαιτέρω εκσυγχρονισμό για καλύτερη διαχείριση αποθεμάτων, πιο προσεκτικές παραγγελίες και λιγότερες σπατάλες. Οι έλεγχοι και οι κανονισμοί συνέχισαν να ισχύουν, αλλά πλέον το βασικό ζητούμενο ήταν η επιβίωση και η προσαρμογή.
Στις μέρες μας, η Κεντρική Λαχαναγορά του Ρέντη η οποία υπάγεται στον Οργανισμό Κεντρικής Αγοράς Αθηνών Α.Ε. (ΟΚΑΑ), ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω διαχειρίζεται την Κεντρική Λαχαναγορά Πατρών και ένδεκα κατά τόπους ιχθυόσκαλες, παραμένει ένας από τους πιο κρίσιμους κόμβους τροφοδοσίας της Αττικής και γενικότερα της χώρας, λειτουργώντας σε ένα περιβάλλον πολύ πιο σύνθετο, γρήγορο και απαιτητικό σε σχέση με το παρελθόν. Επιγραμματικά ας αναφερθεί πως η σύγχρονη Κεντρική Λαχαναγορά Αθηνών καλύπτει μια έκταση 261.000 τετραγωνικών μέτρων εκ των οποίων άνω των μισών καταλαμβάνονται από καταστήματα οπωρολαχανικών, 13.000 τ.μ. από την Κρεαταγορά, 8.000 τ.μ. από την Αγορά Καταναλωτή (Παλαιά Κρεαταγορά), 11.000 τ.μ. έχουν διατεθεί για την ανέγερση νέας ιχθυαγοράς, 3.500 τ.μ. για το Κτίριο Διοικήσεως ενώ υφίστανται επίσης καταστήματα τραπεζών, εστίασης, ταχυδρομείο, χώροι πρασίνου και στάθμευσης. Εντός της Λαχαναγοράς δραστηριοποιούνται περί τις 550 επιχειρήσεις χονδρεμπορίου, ενώ υπάρχουν και 900 καταστήματα, εκ των οποίων 350 επιχειρήσεις και 750 καταστήματα δραστηριοποιούνται στα οπωρολαχανικά, διακινώντας κατ'εκτίμηση το 1/5 της εγχώριας παραγωγής φρούτων και λαχανικών. Η καθημερινότητα εξακολουθεί να ξεκινά νύχτα, με έντονη δραστηριότητα από τις πρώτες πρωινές ώρες, πλην όμως η εικόνα είναι πιο ελεγχόμενη και οργανωμένη. Η διακίνηση των προϊόντων γίνεται σε μεγάλο βαθμό με παλέτες, ανυψωτικά μηχανήματα και καλύτερα σχεδιασμένες ροές logistics, μειώνοντας το χάος που χαρακτήριζε παλαιότερες δεκαετίες. Τα ψυγεία, οι αποθήκες και οι υποδομές συντήρησης έχουν πλέον καθοριστικό ρόλο, καθώς η ποιότητα και η διάρκεια ζωής των προϊόντων είναι κρίσιμα για τη συνεργασία με μεγάλους πελάτες. Η τεχνολογία έχει διεισδύσει ουσιαστικά στην καθημερινή λειτουργία, οι παραγγελίες γίνονται συχνά ψηφιακά, οι τιμές ενημερώνονται σε πραγματικό χρόνο μέσω κινητών και συστημάτων, ενώ η ιχνηλασιμότητα των προϊόντων θεωρείται πλέον απαραίτητη. Το πάλαι ποτέ απαραίτητο "παζάρι" έχει περιοριστεί με την πλειοψηφία των συναλλαγών να γίνονται βάσει συμφωνιών, τιμοκαταλόγων ή σταθερών συνεργασιών, ιδιαίτερα με αλυσίδες σούπερ μάρκετ και μεγάλους διανομείς. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως η πανδημία του COVID-19 λειτούργησε ως επιταχυντής αλλαγών καθώς από τη μία πλευρά, ανέδειξε τη σημασία της λαχαναγοράς ως βασικού κρίκου στην τροφοδοσία της πόλης και από την άλλη, έφερε αυστηρότερα μέτρα υγιεινής ενισχύοντας τη ζήτηση για πιο οργανωμένες και αξιόπιστες αλυσίδες εφοδιασμού και για ευελιξία. Όσον αφορά το οικονομικό επίπεδο, το περιβάλλον παραμένει πιεσμένο καθώς το αυξημένο κόστος ενέργειας, καυσίμων και μεταφορών επηρεάζει άμεσα τις τιμές, ενώ ο ανταγωνισμός είναι έντονος τόσο μεταξύ των εμπόρων όσο και με τα εναλλακτικά κανάλια διάθεσης προϊόντων. Οι μεγάλοι παίκτες έχουν ισχυροποιηθεί, όμως εξακολουθούν να υπάρχουν μικρότεροι έμποροι που επιβιώνουν χάρη στην ευελιξία, τις προσωπικές σχέσεις και την εξειδίκευση. Ταυτόχρονα όμως οι συνεχείς αλλαγές στις προτιμήσεις των καταναλωτών έχουν αντίκτυπο στη λαχαναγορά, γεγονός το οποίο πιστοποιείται από την μεγαλύτερη ζήτηση για ποιοτικά, πιστοποιημένα, βιολογικά ή τοπικά προϊόντα, αλλά και για σταθερότητα στην ποιότητα, στοιχεία τα οποία αναγκάζουν τους εμπόρους να είναι πιο επιλεκτικοί και οργανωμένοι στις συνεργασίες τους με παραγωγούς. Παρά τον δεδομένο εκσυγχρονισμό της, ο πυρήνας της αγοράς παραμένει αναγνωρίσιμος καθώς η ένταση, η ταχύτητα, οι άμεσες αποφάσεις και η ανθρώπινη επαφή δεν έχουν χαθεί, απλώς συνυπάρχουν πλέον με οθόνες, δεδομένα και αυστηρότερους κανόνες. Εν κατακλείδι, η σημερινή λαχαναγορά του Ρέντη των αρχών του 21ου αιώνα, αποτελεί ουσιαστικά ένα υβρίδιο ενός σύγχρονου κόμβου logistics και εμπορίου και ενός ζωντανού χώρου όπου η εμπειρία, το ένστικτο και οι σχέσεις εξακολουθούν να παίζουν ρόλο.
Αξιομνημόνευτο είναι το γεγονός πως ο προαναφερθείς Οργανισμός Κεντρικής Αγοράς Αθηνών (ΟΚΑΑ) Α.Ε., ο οποίος μετονομάστηκε σε Οργανισμό Κεντρικών Αγορών και Αλιείας (ΟΚΑΑ) Α.Ε., εντάχθηκε σε ποσοστό 100% στην Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας, γνωστή και ως Growthfund/Υπερταμείο.
Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, τα σενάρια μεταφοράς της Κεντρικής Λαχαναγοράς του Ρέντη, τα οποία είχαν απασχολήσει επανειλημμένα την Πολιτεία και τους επαγγελματίες του χώρου ήδη από τη δεκαετία του 2000, στηρίζονται στην ιδέα πως η σημερινή θέση της Λαχαναγοράς, μέσα σε έναν πυκνά δομημένο αστικό ιστό, πλησίον του κορεσμένου και καθημερινά προβληματικού Κηφισού, σε συνδυασμό με τις κορεσμένες υποδομές (πληρότητα χώρου, μη επαρκείς θέσεις στάθμευσης, μεγάλος όγκος απορριμμάτων/αποβλήτων κτλ.) είναι προβληματική. Κατά καιρούς λοιπόν έχουν προταθεί εναλλακτικές τοποθεσίες, κυρίως προς τη Δυτική Αττική, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την περιοχή του Ασπροπύργου, η οποία προσφέρει μεγαλύτερες εκτάσεις και άμεση πρόσβαση σε βασικούς οδικούς άξονες, κάτι που θα μπορούσε να διευκολύνει τη δημιουργία ενός πιο οργανωμένου και εκτεταμένου κέντρου logistics. Παράλληλα όμως, διατυπώθηκε μια πιο φιλόδοξη προσέγγιση που δεν περιοριζόταν απλώς στη μεταφορά, αλλά πρότεινε τη δημιουργία ενός νέου, ενιαίου "εθνικού κέντρου αγροδιατροφής", στα πρότυπα μεγάλων ευρωπαϊκών αγορών, όπου θα συγκεντρώνονταν όχι μόνο οι δραστηριότητες χονδρεμπορίου, αλλά και υπηρεσίες αποθήκευσης, τυποποίησης και διανομής. Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, ένα τέτοιο εγχείρημα θα άλλαζε ριζικά τον τρόπο λειτουργίας της αγοράς, μετατρέποντάς την από έναν παραδοσιακό κόμβο εμπορίου σε ένα πλήρως οργανωμένο επιχειρηματικό οικοσύστημα. Ωστόσο, παρά τις επανειλημμένες συζητήσεις, κανένα από τα ως άνω σενάρια δεν προχώρησε ουσιαστικά για πολλούς και διάφορους λόγους (υψηλό κόστος μετεγκατάστασης, δυσκολία μεταφοράς εκατοντάδων επιχειρήσεων και δραστηριοτήτων, χωροταξικά και ιδιοκτησιακά ζητήματα, επιφυλακτικότητα ή και αντίδραση των εμπόρων). Έτσι λοιπόν, τα τελευταία χρόνια φαίνεται να επικρατεί μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία δεν δίδετε προτεραιότητα στη μεταφορά αλλά στον σταδιακό εκσυγχρονισμό των υφιστάμενων εγκαταστάσεων, με τη βελτίωση των υποδομών, την περαιτέρω αναβάθμιση των συστημάτων logistics και τη γενικότερη προσαρμογή της αγοράς στις σύγχρονες απαιτήσεις. Επί του παρόντος, η Κεντρική Λαχαναγορά του Ρέντη συνεχίζει την πορεία της μέσα στο χρόνο, διατηρώντας τη γεωγραφική της θέση, η οποία, παρά τα μειονεκτήματά της, εξακολουθεί να θεωρείται άκρως σημαντική για την αποτελεσματική τροφοδοσία της πρωτεύουσας.
Διαβάστε σχετικά θέματα:
Κείμενο - Πηγές:
Το κείμενο είναι πρωτότυπο, προϊόν προσωπικής έρευνας, προσωπικής εργασίας και προσωπικών εκτιμήσεων. Στοιχεία και πληροφορίες ελήφθησαν από τις κάτωθι πηγές:
Τύπος Εποχής
- Απαγορεύεται ρητά η χρήση, προβολή, αντιγραφή ή/και αναδημοσίευση με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο.
- Όσοι παρανομούν διώκονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου