Ως γνωστόν, η ιστορία της δημιουργίας του πάλαι ποτέ κοσμικού προαστίου του νέου Φαλήρου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορία της ίδρυσης και λειτουργίας του Σιδηροδρόμου. Υπό αυτά τα πλαίσια, το πρώτο μικρό θέατρο του νέου Φαλήρου κατασκευάστηκε την περίοδο 1873-1874 από τη Βιομηχανική Τράπεζα η οποία είχε αναλάβει τότε την εκμετάλλευση των Σιδηροδρόμων Αθηνών - Πειραιώς. Εκείνο το αρχικό ξύλινο θέατρο, το οποίο καταγράφεται στην κάτωθι γκραβούρα του Ιστορικού Αρχείου του Δήμου Πειραιώς, βρισκόταν στη δυτική όχθη του Κηφισού, σε απόσταση περίπου 40 μέτρων από την τότε παραλία.

Ενδεικτικό ιστορικό τεκμήριο από το έτος 1875 με αναφορά στην κάθοδο του Βασιλέα Γεωργίου Α' και της Βασιλίσσης Όλγας "εκ Δεκελείας εις το εν Φαλήρω θέατρον" και στις σχετικές προετοιμασίες που έλαβαν χώρα για την υποδοχή του βασιλικού ζεύγους:
Σε εκείνο το πρώτο θέατρο του νέου Φαλήρου φέρεται να εμφανίστηκε στην αρχή της μεγάλης σταδιοδρομίας της η μετέπειτα διάσημη πολωνικής καταγωγής υψίφωνος Marcella Sembrich (15.02.1858 - 11.01.1935 - πραγματικό ονοματεπώνυμο Prakseda Marcelina Kochańska). Η Sembrich, ευρισκόμενη στην Αθήνα το καλοκαίρι του έτους 1877, εμφανίστηκε στην όπερα "I puritani" του Vincenzo Bellini ερμηνεύοντας το ρόλο της Ελβίρα. Εκτός από την προαναφερθείσα όπερα, η πολύγλωσση Sembrich η οποία ομιλούσε Αγγλικά, Πολωνικά, Γερμανικά, Γαλλικά και Ιταλικά, διαθέτοντας ένα απίστευτο ταλέντο παρά τη νεαρά της ηλικία (σσ. μόλις 19 ετών), εμφανίστηκε επίσης στη γαλλική όπερα "Dinorah" του Giacomo Meyerbeer, στην ιταλική δραματική όπερα "Lucia di Lammermoor" του Gaetano Donizetti, στην όπερα "Robert le diable" επίσης του Giacomo Meyerbeer και στην ήμι-σοβαρή όπερα "La sonnambula" επίσης του Vincenzo Bellini. Αξιομνημόνευτο είναι το γεγονός πως η Sembrich, κατά την παραμονή της στην Αθήνα, εμφανίστηκε ως "Marcella Bosio", καθώς θεωρούσε πως το επώνυμό της ήταν δύσκολο στην προφορά (σσ. αργότερα υιοθέτησε ως καλλιτεχνικό της επώνυμο το "Sembrich", το οποίο ήταν το επώνυμο της μητρός της).
Στις αρχές της δεκαετίας του 1880, μετά την ανάληψη της εκμετάλλευσης των Σιδηροδρόμων από Ανώνυμη Εταιρία η οποία συστάθηκε για αυτόν τον σκοπό, το πρώτο θέατρο του νέου Φαλήρου το οποίο είχε πυρποληθεί, κατεδαφίστηκε. Η Εταιρία των Σιδηροδρόμων, η οποία προέβη σε μια αναδιοργάνωση του προαστίου του νέου Φαλήρου, κατασκεύασε μέσα σε δεκαπέντε χρόνια το πολυτελές ξενοδοχείο του Σταθμού (Μέγα Ξενοδοχείο ή Grand Hotel), τις λουτρικές εγκαταστάσεις, την εξέδρα του νέου Φαλήρου, αργότερα το Ποδηλατοδρόμιο του Φαλήρου για τις ανάγκες των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων του 1896 καθώς και ένα νέο μικρό ξύλινο θέατρο (στο ίδιο σημείο αργότερα λειτούργησε Λούνα Παρκ και μετέπειτα Παιδικός Σταθμός).
Η κατασκευή του δευτέρου χρονικά θεάτρου του νέου Φαλήρου το οποίο διέθετε 1.025 θέσεις ολοκληρώθηκε την άνοιξη του έτους 1881 ενώ οι παραστάσεις ξεκίνησαν επισήμως στις 9 Ιουνίου του ιδίου έτους.
Η πρώτη παράσταση η οποία δόθηκε "υπό γαλλικού θιάσου" στις 9 Ιουνίου του 1881 στο θέατρο του νέου Φαλήρου υπήρξε η όπερα La favorite του Gaetano Donizetti.
Αξιοσημείωτο πάντως είναι το γεγονός πως αμέσως μετά την ανέγερση του δεύτερου θεάτρου του νέου Φαλήρου, όπως προκύπτει από την ανάγνωση του κάτωθι ιστορικού τεκμηρίου των τελών του έτους 1883, υπήρχαν αρκετοί οι οποίοι επιθυμούσαν την μελέτη, σχεδίαση και ανέγερση ενός νέου μεγαλύτερου θεάτρου, χωρητικότητας 5.000 θεατών - κατά προτίμηση σε αρχαιοελληνικά πρότυπα - για την εξυπηρέτηση των ολοένα αυξανόμενων αναγκών του κοσμικού προαστίου του νέου Φαλήρου.
Μια φωτογραφική καταγραφή του δεύτερου χρονικά θεάτρου του νέου Φαλήρου όπως προκύπτει από ανάλυση / μεγέθυνση ενός ευρύτερου φωτογραφικού κάδρου της παραλίας του νέου Φαλήρου περί τα τέλη της δεκαετίας του 1880 / αρχές της δεκαετίας του 1890:

Ενδεικτικά ιστορικά τεκμήρια από τον Τύπο των τελών της δεκαετίας του 1880 σχετικά με παραστάσεις του θεάτρου του Φαλήρου, στο οποίο εμφανίστηκαν διάφοροι εγχώριοι αλλά και ξένοι θίασοι (κυρίως γαλλικοί και ιταλικοί):
Στα τέλη του έτους 1895, το (δεύτερο) θέατρο του Φαλήρου κατεδαφίστηκε όπως καταγράφεται και στο ακόλουθο ιστορικό τεκμήριο από τις σελίδες του Τύπου του μηνός Δεκεμβρίου του προαναφερθέντος έτους. Στο ίδιο άρθρο εκφράζονταν δε σοβαρές επιφυλάξεις ως προς την επιλογή της τοποθεσίας όπου επρόκειτο να οικοδομηθεί το νέο (τρίτο κατά σειρά) θέατρο του νέου Φαλήρου:
Τελικά, το τρίτο κατά χρονολογική σειρά Θέατρο του (νέου) Φαλήρου αποπερατώθηκε κατά το έτος τέλεσης των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων (1896) σύμφωνα με τις πλέον σύγχρονες προδιαγραφές. Το νέο κομψό θερινό θέατρο της Εταιρίας των Σιδηροδρόμων, το κόστος της κατασκευής του οποίου ανήλθε σε 74.325 δραχμές (σσ. ποσό υπέρογκο για την εποχή εκείνη) ξεχώριζε για την ακουστική του την οποία είχαν επιμεληθεί ειδικοί τεχνικοί, για το μέγεθος της σκηνής του, για τον φωτισμό του αλλά και για τα καμαρίνια των ηθοποιών - τα οποία μέχρι τότε σπάνιζαν στα θέατρα. Η αυλαία του νέου Θεάτρου του Φαλήρου, εξ'ολοκλήρου από βελούδο, ήταν διακοσμημένη με αρχαιοελληνικά στοιχεία (αυλούς, άρπες, μάσκες κ.ο.κ). Ο αρχικός φωτισμός του τρίτου Θεάτρου του Φαλήρου επιτυγχανόταν αρχικά με χρήση λαμπών πετρελαίου ενώ μετά το έτος 1904, το θέατρο ηλεκτροφωτίστηκε, με τη ράμπα να γεμίζει ηλεκτρικούς λαμπτήρες και τα αναλόγια των μουσικών ηλεκτρικό φως. Η ημικυκλική πλατεία του θεάτρου περιβαλλόταν από έναν τοίχο πλαισιωμένο με κολώνες, επί των οποίων υπήρχαν φωτιστικά σώματα. Η είσοδος του Θεάτρου, όπου και τα εκδοτήρια των εισιτηρίων, μεγαλοπρεπής και αψιδωτή έδιδε πρόσβαση στην πλατεία.
Σκοπός της κατασκευής του εν λόγω θεάτρου από την Εταιρία των Σιδηροδρόμων υπήρξε δίχως αμφιβολία η ανάγκη τόνωσης της επιβατικής κινήσεως του σιδηροδρόμου. Άλλωστε για τον ίδιο ακριβώς λόγο η "Εταιρία του απ'Αθηνών εις Πειραιά Σιδηροδρόμου" είχε κατασκευάσει στο νέο Φάληρο το Ξενοδοχείο του Σταθμού, την εξέδρα κλπ. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως την εποχή εκείνη εκδίδονταν ειδικά εισιτήρια του σιδηροδρόμου για τη διαδρομή Αθηνών - Φαλήρου ή/και τη διαδρομή Πειραιώς - Φαλήρου τα οποία συμπεριλάμβαναν δικαίωμα εισόδου και στο θέατρο. Ενδεικτικά αναφέρουμε πως τα εν λόγω εισιτήρια, κατά το έτος 1896, κόστιζαν 3 δραχμές (τα απλά) και 2,5 δραχμές (για αξιωματικούς) ενώ όσοι είχαν διαρκή εισιτήρια α' και β' θέσεως κατέβαλαν μονάχα 1 δραχμή και 70 λεπτά. Βέβαια, η τιμή της εισόδου στο θέατρο άνευ χρησιμοποιήσεως του σιδηροδρόμου ήταν σαφέστατα ασύμφορη (3 δραχμές και 30 λεπτά) με αποτέλεσμα να υπάρχουν διαμαρτυρίες από πλευράς των κατοίκων του Πειραιώς και του νέου Φαλήρου οι οποίοι ήθελαν μεν να δουν θεατρικές παραστάσεις αλλά δεν είχαν ανάγκη να χρησιμοποιήσουν τον σιδηρόδρομο!
Ο Γ. Σκαρδιάκος, στο βιβλίο του "Νέο Φάληρο - Μνήμες", αναφέρει πως τα εγκαίνια του (τρίτου) Θεάτρου του (νέου) Φαλήρου υπήρξαν πανηγυρικά, αποτελώντας λαμπρό κοσμικό γεγονός. Ως πρώτη παράσταση η οποία "ανέβηκε" στο νέο θέατρο ο ίδιος αναφέρει την οπερέτα "Ζιζέλ ντε Ναμπόρν". Ακολούθησαν πολλές παραστάσεις οι οποίες έδιδαν στους παρευρισκομένους την εντύπωση πως βρίσκονταν σε θέατρο κάποιας μεγάλης ευρωπαϊκής πρωτεύουσας. Στις δε πρεμιέρες, τα εισιτήρια γίνονταν ανάρπαστα καθώς στο θέατρο του Φαλήρου συνέρρεε με κάθε δυνατό μέσο μετακίνησης (σιδηρόδρομος, τροχιόδρομος, ιππήλατες άμαξες και αργότερα αυτοκίνητα) πλήθος "καλού κόσμου" και προσωπικοτήτων της εποχής, συμπεριλαμβανομένων μελών της κυβερνήσεως, του διπλωματικού σώματος και βεβαίως της Βασιλικής Οικογενείας. Τις συγκεκριμένες βραδιές, η επίδειξη πλούτου ήταν κάτι περισσότερο από εμφανής καθώς οι κυρίες της αριστοκρατίας εμφανίζονταν με φορέματα μεγάλης αξίας, κοσμήματα και διαδήματα, ενώ οι κύριοι προτιμούσαν μαύρα επίσημα ρούχα με εξαίρεση βέβαια τις πολύχρωμες στολές των αξιωματικών. Στα διαλείμματα των παραστάσεων, το περίφημο αθηναϊκό ζαχαροπλαστείο του Εξαρχόπουλου φρόντιζε για την προμήθεια αναψυκτικών στο κοινό.
Αλησμόνητη έμεινε για το Θέατρο του Φαλήρου, λόγω της μεγάλης επιτυχίας που σημείωσε, η πρώτη εν Ελλάδι παρουσίαση της ιταλικής όπερας "Μανόν Λεσκώ" (Mano Lescaut) του Giacomo Puccini στις 20 Αυγούστου του έτους 1898:
Ενδεικτικά δίγλωσσα επιστολικά δελτάρια του πρώτου μισού της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα (ίσως μεταξύ 1903 - 1905, καθώς στο φωτογραφικό "κάδρο" υφίστανται το "Ακταίον Παλάς", το Ξενοδοχείο του Σταθμού και τα Λουτρά αλλά απουσιάζει το Περίπτερο του Ναυτικού Ομίλου του νέου Φαλήρου που αποπερατώθηκε το 1905-1906) σε ασπρόμαυρη και επιχρωματισμένη έκδοση, στα οποίο καταγράφεται το υπό εξέτασιν (τρίτο) Θέατρο του (νέου) Φαλήρου (σσ. ο άγνωστος φωτογράφος εποχής στέκεται επί της ακτής Πρωτοψάλτη):
Ενδεικτικά ιστορικά τεκμήρια με αναφορά στο Θέατρο του Φαλήρου από την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα.
Έτος 1901, με αναφορά σε έναν από τους πολλούς ιταλικούς θιάσους που πέρασαν από την Ελλάδα και το νέο Φάληρο:
Καλοκαίρι του έτους 1902 και "απόψε θα κατέβη όλη η Κηφισσιά στο Φάληρο" για τον γαλλικό θίασο που παρουσίαζε την τρίπρακτη κωμική οπερέτα Συρκούφ (Surcouf) σε μουσική του Robert Planquette και κείμενα των Henri Chivot και Alfred Duru.
Από το θέρος της ιδίας χρονιάς, ακόμα μια αναφορά σε γαλλική οπερέτα η οποία "ανέβαινε" στο Θέατρο του Φαλήρου, με τα βασιλικά θεωρεία του φαληρικού θεάτρου να παραμένουν όμως άδεια.
Καλοκαίρι του έτους 1903, με γαλλικό θίασο να παρουσιάζει την κωμική όπερα "La Pupée" του Edmond Audran μετά την πρωτοφανή επιτυχία της επίσης τρίπρακτης κωμικής όπερας "La Mascotte".
Όπως ήδη αναφέραμε, το έτος 1904 υπήρξε κομβικό για την περαιτέρω ανάπτυξη του προαστίου του νέου Φαλήρου καθώς μετά την ηλεκτροκίνηση του σιδηροδρόμου, η επιβατική κίνηση προς το παραθαλάσσιο κοσμικό θέρετρο αυξήθηκε. Το δε Θέατρο του Φαλήρου συνέχισε να συγκεντρώνει την αριστοκρατία της εποχής παρουσιάζοντας επιλεγμένες θεατρικές παραστάσεις.
Ενδεικτικό τεκμήριο από το έτος 1908 με αναφορά στην κάθοδο με άμαξα εις το Φάληρον του τότε πρωθυπουργού Γεωργίου Θεοτόκη (1844 – 1916) συνοδεία του Γάλλου Υπουργού των Οικονομικών Joseph Caillaux. Μετά το γεύμα στο Ακταίον, οι δυο άνδρες είδαν την κωμική όπερα "François les bas-bleus" στο Θέατρο του Φαλήρου.
Έτος 1909 και αναφορά σε βιεννέζικο θίασο ο οποίος αναμενόταν στην Ελλάδα για να δώσει παραστάσεις "εις το θέατρο του Ν. Φαλήρου":
Στην παρακάτω δίγλωσση επιχρωματισμένη καρτ-ποστάλ λογικά της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα η οποία τιτλοφορείται "Πλατεία και Θέατρον Φαλήρου" (Place et Theatre du Phalere) καταγράφεται το υπό εξέτασιν (τρίτο) Θέατρο του (νέου) Φαλήρου και στα αριστερά του το ξύλινο Περίπτερο του Ναυτικού Ομίλου του νέου Φαλήρου (σσ. του οποίου η κατασκευή περατώθηκε το 1905-1906). Στο βάθος ο αραιοκατοικημένος λόφος της Καστέλλας με τον μικρό αρχικό ιερό ναό του Προφήτη Ηλία στην κορυφή ενώ στα δεξιά του υπό εξέτασιν Θεάτρου διακρίνονται οι γραμμές του σιδηροδρόμου:
Μέχρι την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων, οι παραστάσεις που ανέβηκαν στο Θέατρο του Φαλήρου υπήρξαν προσεγμένες, με πλούσια σκηνικά και εξαιρετικό ρεπερτόριο. Μοιραία, ο κύκλος των ανθρώπων που παρακολουθούσαν όπερες και οπερέτες διευρύνθηκε. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού εργάστηκαν αξιόλογοι άνθρωποι όπως λ.χ. ο επτανήσιος συνθέτης και θεμελιωτής του ελληνικού μελοδράματος Διονύσιος Λαυράγκας (17 Οκτωβρίου 1860 - 18 Ιουλίου 1941) και αργότερα ο θεατρικός επιχειρηματίας Απόστολος Κονταράτος. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια "ανέβηκαν" πολλά μελοδραματικά έργα από το διεθνές ρεπερτόριο, όπως επίσης και αντίστοιχα ελληνικά με πρωτοπόρο την όπερα "Περουζέ" του δημοφιλή μουσικοσυνθέτη Θεόφραστου Σακελλαρίδη (7 Σεπτεμβρίου 1883 - 2 Ιανουαρίου 1950), που καταχειροκροτήθηκε και άφησε εποχή.
Όμως, τα στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα που ακολούθησαν τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο επηρέασαν και το Θέατρο. Οι αξιόλογες μελοδραματικές παραστάσεις διακόπηκαν και αντί αυτών παρουσιάστηκε, αρχής γενομένης από το έτος 1916, από τον Ελληνικό Μουσικό Θίασο της Έλσας Ένκελ η πολυέξοδη επιθεώρηση "Ξιφίρ Φαλέρ", γραμμένη από τον δημοσιογράφο, νομικό και πολιτικό Γεώργιο Πωπ, τον θεατρικό συγγραφέα και αρθρογράφο Νικόλαο Ι. Λάσκαρη και τον επίσης θεατρικό συγγραφέα και πολιτικό Μιλτιάδη Γ. Λιδωρίκη, με σκηνικά / κοστούμια τα οποία επιμελήθηκε ο Πάνος Αραβαντινός. Η διακεκριμένη Γερμανίδα καλλιτέχνις Έλσα Ένκελ (1890-1933), σύζυγος του προαναφερθέντος επιχειρηματία Α. Κονταράτου, πρωταγωνίστησε στη θεαματική επιθεωρησιακή παραγωγή "Ξιφίρ Φαλέρ" η οποία θεωρήθηκε "το μεγαλύτερον θεατρικόν γεγονός της Ελλάδος από θεαματικής ιδίως απόψεως και από απόψεως πλούτου".
Χαρακτηριστικό της μεγάλης απήχησης και επιτυχίας της συγκεκριμένης επιθεώρησης ήταν το ότι "ανέβηκε" σε 67 συνεχόμενες παραστάσεις – πράγμα σπανιότατο για τα θέατρα την εποχή εκείνη – ενώ ακολούθησαν αρκετές επαναλήψεις και το χειμώνα.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως η προαναφερθείσα πρωταγωνίστρια της επιθεώρησης "Ξιφίρ Φαλέρ" έβγαινε στη σκηνή ζωσμένη με σπαθί τραγουδώντας "Ο Κωνσταντίνος πάλι θα ζώσει το σπαθί κι αλίμονο σε κείνο που μπρος του θα βρεθεί" - σε μια ελαφρά παραλλαγή των στίχων του Βασιλικού Θούριου / εμβατηρίου "Του αητού ο γιος" του Σπύρου Καίσαρη - με την παράσταση να διακόπτεται συνήθως από τους πανηγυρικούς αλαλαγμούς των βασιλόφρονων της εποχής οι οποίοι προκαλούσαν τους πολιτικούς τους αντιπάλους.
Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, η παρακμή του λυρικού θεάτρου είχε ξεκινήσει, όχι μονάχα στην Ελλάδα αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη, ενώ άλλες μορφές θεάματος, πιο απλές και πιο προσιτές προς το ευρύ κοινό έκαναν την εμφάνισή τους. Ειδικότερα, στο νέο Φάληρο, ξεκινούσε η εποχή της παρακμής του άλλοτε κοσμοπολίτικου προαστίου. Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, το Θέατρο του Φαλήρου επιτάχθηκε και φιλοξένησε πρόσφυγες, τόσο στην πλατεία όσο και στα καμαρίνια του. Μετά την προσωρινή επίταξη, οι ζημίες οι οποίες προκλήθηκαν στο θέατρο ήταν μεγάλες. Παρόλα ταύτα, η Εταιρία των Σιδηροδρόμων επισκεύασε το Θέατρο του Φαλήρου ενώ κλήθηκαν από το εξωτερικό βιενέζικοι θίασοι και μπαλέτο με σκοπό την αναβίωση του θεάτρου.
Παρόλα ταύτα, οι θεατές δεν υπήρξαν οι αναμενόμενοι και το Θέατρο μοιραία άρχισε να υπολειτουργεί. Την εποχή εκείνη ο κινηματογράφος κυριαρχούσε, αλλάζοντας τους συσχετισμούς, αφαιρώντας από το θέατρο μεγάλο αριθμό θεατών. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1930, το Θέατρο του Φαλήρου μπήκε στην τελευταία ουσιαστικά φάση της ιστορικής διαδρομής του. Στη σκηνή του πάλαι ποτέ ενδόξου Θεάτρου του Φαλήρου ανέβηκαν διάφοροι θίασοι, συχνά ασήμαντοι και μη αντάξιοι της ιστορίας του συγκεκριμένου Θεάτρου και τελικά η αυλαία έπεσε οριστικά - με το κτίριο να χρησιμοποιείται για λίγα χρόνια, από τα τέλη της δεκαετίας του 1930 μέχρι και μετά τον Πόλεμο και την Κατοχή ως κινηματογράφος, μετά την εγκατάσταση σχετικού μηχανισμού προβολής.
Ενδεικτική προπολεμική φωτογραφία η οποία τοποθετείται χρονικά στη δεκαετία του 1930, μέσα από τα αρχεία του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (ΕΛΙΑ), στην οποία καταγράφεται το Θέατρο του Φαλήρου και πλάι σε αυτό το Περίπτερο του Ναυτικού Ομίλου του νέου Φαλήρου αλλά και ο πρώτος ιερός ναός της Παναγίας της Μυρτιδιώτισσας - στο αριστερό άκρο της εικόνας.
Το θέατρο του νέου Φαλήρου όπως καταγράφηκε σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία η οποία τοποθετείται χρονικά στα δύσκολα χρόνια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και της Κατοχής. Οι γραμμές του Ηλεκτρικού Σιδηροδρόμου βρίσκονται δεξιά ενώ αριστερά, πίσω από τα φοινικόδεντρα, διακρίνεται τμήμα του Ξενοδοχείου του Σταθμού (Grand Hotel du Phalere).
Στην παρακάτω λεπτομέρεια από ημικτηματολογικό χάρτη των μέσων του 20ου αιώνα, παρατηρήστε το Θέατρο του Φαλήρου το οποίο καταγράφεται ουσιαστικά στο τέλος της οδού Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης, όπου και το σχετικό λιμενικό φυλάκιο, πλησίον της ομωνύμου εκκλησίας και του Περιπτέρου του Ναυτικού Ομίλου του νέου Φαλήρου το οποίο αναφέρεται ως "Όμιλος Ερετών".

Το υπό εξέτασιν Θέατρο του Φαλήρου όπως καταγράφηκε φωτογραφικά κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες:
Ο συγγραφέας Γλαύκος Μ. Μαρκόπουλος έναντι του Θεάτρου του νέου Φαλήρου (έτος 1952) |




Το Θέατρο του Φαλήρου όπως καταγράφηκε από τον ερασιτέχνη φωτογράφο Γεώργιο Σαματούρα περί τις αρχές της δεκαετίας του 1960:
Εκείνη την εποχή, ήτοι στις αρχές της δεκαετίας του '60, η απόφαση για την κατεδάφιση του ερειπωμένου και αναξιοποίητου κτιρίου είχε ήδη ληφθεί στα πλαίσια των επικείμενων έργων ανάπλασης του παραλιακού μετώπου του νέου Φαλήρου:
Το ως άνω αρχειακό τεκμήριο από τον πειραϊκό Τύπο του έτους 1962 έρχεται σε αντίθεση με τις πολυπληθείς ανακρίβειες που κυκλοφορούν ως προς την απόφαση κατεδάφισης του Θεάτρου του Φαλήρου και τη δαιμονοποίηση του δοτού δημάρχου Πειραιώς Αριστείδη Σ. Σκυλίτση ο οποίος στα χρόνια της Δικτατορίας πράγματι κατεδάφισε πολλά νεοκλασικά και παραδοσιακά κτίρια, ακολουθώντας το ρεύμα εκείνων των καιρών που καταδίκαζε οτιδήποτε παλαιό ως παρωχημένο.
Εν τέλει, το ιστορικό θέατρο του Σταθμού του νέου Φαλήρου, ένα ακόμη σημείο αναφοράς του πάλαι ποτέ ενδόξου νέου Φαλήρου, κατεδαφίστηκε την άνοιξη του έτους 1969, στα πλαίσια της αναβάθμισης και αξιοποίησης της περιοχής, εν όψει του 9ου Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Στίβου που έλαβε χώρα στο νέο - τότε - Στάδιο "Γεώργιος Καραϊσκάκης", τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους (1969).

Δίχως άλλο, κάτω από τα ερείπια του Θεάτρου θάφτηκε μια εποχή-θρύλος και μαζί του γκρεμίστηκαν οι παλαιές αναμνήσεις αλλά και τα όνειρα πολλών γενιών.

Αντί επιλόγου, αξίζει να αναφέρουμε πως το θέατρο του νέου Φαλήρου αποτέλεσε αντικείμενο έμπνευσης για καλλιτέχνες / εικαστικούς όπως ο Γεώργιος Μανουσάκης και η Μαρία Πωπ, οι οποίοι φιλοτέχνησαν τα κάτωθι έργα τέχνης:

Διαβάστε σχετικά με το νέο Φάληρο θέματα:
Ακταίον Palace Hotel
Το Μέγα Ξενοδοχείο του Φαλήρου (Grand Hotel du Phalere)
Η εξέδρα του νέου Φαλήρου
Η Ταραντέλλα του νέου Φαλήρου
Ένας Τσελεμεντές στο νέο Φάληρο
Το Περίπτερο του Ναυτικού Ομίλου νέου Φαλήρου
Η Σούδα του νέου Φαλήρου
Ο "Διεθνής" Σταθμάρχης του νέου Φαλήρου
Οι εκκλησίες του νέου Φαλήρου
Οι αλιείς του νέου Φαλήρου - Τζιτζιφιών
Η Αύρα του Φαλήρου (La Brise du Phalere)
Στο νέο Φάληρο στα 1880
Το "αυτόνομο" νέο Φάληρο
Ο Ατμό-Ηλεκτρικός Σταθμός (ΑΗΣ) του νέου Φαλήρου
Το Μνήμα του Γάλλου (Μέρος Α')
Το Μνήμα του Γάλλου (Μέρος Β')
Ο νεοφαληριώτης Αττίκ
Το Μέγα Ξενοδοχείο του Φαλήρου (Grand Hotel du Phalere)
Η εξέδρα του νέου Φαλήρου
Η Ταραντέλλα του νέου Φαλήρου
Ένας Τσελεμεντές στο νέο Φάληρο
Το Περίπτερο του Ναυτικού Ομίλου νέου Φαλήρου
Η Σούδα του νέου Φαλήρου
Ο "Διεθνής" Σταθμάρχης του νέου Φαλήρου
Οι εκκλησίες του νέου Φαλήρου
Οι αλιείς του νέου Φαλήρου - Τζιτζιφιών
Η Αύρα του Φαλήρου (La Brise du Phalere)
Στο νέο Φάληρο στα 1880
Το "αυτόνομο" νέο Φάληρο
Ο Ατμό-Ηλεκτρικός Σταθμός (ΑΗΣ) του νέου Φαλήρου
Το Μνήμα του Γάλλου (Μέρος Α')
Το Μνήμα του Γάλλου (Μέρος Β')
Ο νεοφαληριώτης Αττίκ
Φωτογραφικό Οδοιπορικό στην οδό Σμολένσκυ (Νέο Φάληρο).
Φωτογραφικό Οδοιπορικό στην οδό Δαβάκη-Πίνδου (Νέο Φάληρο).
Φωτογραφικό Οδοιπορικό στην οδό Δημητρίου Φαληρέως (Νέο Φάληρο).
Φωτογραφικό Οδοιπορικό στην οδό Ελευθερίου Βενιζέλου (πρώην Κεχαγιά) (Νέο Φάληρο).
Φωτογραφικό Οδοιπορικό στην οδό Θρασύβουλου Ζαΐμη (Νέο Φάληρο).
Η εξοχική οικία του Γεωργίου Σουρή στο νέο Φάληρο
Η οικία Χρ. Χριστοφή στο νέο Φάληρο
Η οικία του στρατηγού Σμολένσκυ στο νέο Φάληρο
Κείμενο - Πηγές:
Το κείμενο είναι πρωτότυπο, προϊόν προσωπικής έρευνας, προσωπικής εργασίας και προσωπικών εκτιμήσεων. Στοιχεία και πληροφορίες έχουν ληφθεί από τις κάτωθι πηγές:
- "Το Νέο Φάληρο" (Μνήμες), Γ. Σκαρδιάκου, Εκδόσεις Καλέντης.
- Τύπος Εποχής - Οδηγοί Πόλεως - Συλλεκτικοί Χάρτες (εκ προσωπικού αρχείου)
- Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ)
- Απαγορεύεται ρητά η χρήση, προβολή, αντιγραφή ή/και αναδημοσίευση με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο.
- Όσοι παρανομούν διώκονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου