Pages

Τετάρτη, Οκτωβρίου 07, 2015

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ [ΑΡΧΕΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ 1950]

Πειραιάς, αρχές της δεκαετίας του 1950.

Πειραιάς, μια πόλη με δυο όψεις, μια πόλη που σφύζει καθημερινά και νυχθημερόν από κίνηση και ζωή αλλά παρουσιάζει μια αντιφατική και αλλόκοτη συνάμα εικόνα. Η αθηναϊκή κοσμική αριστοκρατία καταφεύγει κατά τις μεταμεσονύχτιες ώρες με τις πολυτελείς λιμουζίνες στα πειραϊκά κέντρα διασκέδασης. Την ίδια στιγμή, τα απροστάτευτα και άστεγα αλητόπαιδα του λιμανιού, της Αγοράς και του Πασαλιμανιού καταφεύγουν σε καρότσια, μαούνες και στοιβαγμένα τραπέζια και καρέκλες για να κοιμηθούν παρουσιάζοντας μια έντονη ροπή προς την εγκληματικότητα. Ο δε εργατικός κόσμος του Πειραιά, τις ίδιες στιγμές που κάποιοι ακόμη διασκεδάζουν ή τελειώνουν τη διασκέδασή τους, ξεκινά με αισιοδοξία και χαρά από τα χαράματα για τη δουλειά του. 


Η κοσμική Αθήνα λοιπόν αναζητεί το γλέντι, τη διασκέδαση, την χαρά και την ξεκούραση στις αγκαλιές του φιλόξενου και καταδεχτικού Πειραιά. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, η πρώτη στάση λαμβάνει χώρα στου "Βασίλαινα", πίσω από το εργοστάσιο του Παπαστράτου. Μέσα σε αυτή τη συμπαθητική ταβέρνα του Πειραιά έχουν κατά καιρούς βρει θαλπωρή και ξέχασαν την "πίκρα της ζωής" πρίγκιπες, πρωθυπουργοί, πρεσβευτές, ανώτατοι στρατιωτικοί, διάσημοι ηθοποιοί, "κυρίες και κύριοι" του "καλού κόσμου" ικανοποιώντας τις ιδιαίτερες επιθυμίες των στομαχιών τους. Μάλιστα, από το "κονάκι" του Βασίλαινα πέρασε ο γνωστός δημοσιογράφος Arthur Ochs "Punch" Sulzberger Sr. (05.02.1926 – 29.09.2012), μετέπειτα εκδότης των New York Times, ο οποίος μαγεύτηκε σε τέτοιο βαθμό από την πειραιώτικη ταβέρνα που αφιέρωσε ολόκληρο άρθρο στην πασίγνωστη προαναφερθείσα εφημερίδα με τον τίτλο "για μια επικούρεια απόλαυση στο Αθηναϊκό στούντιο", όπως χαρακτηριστικά αποκαλούσε ο ίδιος την ταβέρνα του Βασίλαινα. Εκτός βέβαια από τον Sulzberger, από την ταβέρνα του Βασίλαινα έχει περάσει και ο διάσημος Αμερικανός ηθοποιός Tyrone Edmund Power, Jr., (05.05.1914 – 15.11.1958) ο οποίος "κόστισε" στον Βασίλαινα δυο πόρτες από την έφοδο του κόσμου κατά την ημέρα της επίσκεψής του στην ταβέρνα. Το δε "κάθισμα Πάουερ", δηλαδή η καρέκλα όπου είχε καθίσει ο δημοφιλής σταρ συνέχισε να γίνεται αντικείμενο κράτησης (!) από κοσμικούς θαμώνες και δεσποινίδες που δε δίσταζαν να ξοδεύουν μέχρι και 300.000 δραχμές για να καθίσουν για ένα βράδυ στο ίδιο κάθισμα. 


Περί τα μεσάνυχτα, κάτω στις προκυμαίες του Πειραιά, στην ακτή του Τζελέπη, τη νυχτερινή γαλήνη διακόπτουν οι φωνές περίπου 70 οδηγών ταξί που αναμένουν ξενυχτώντας το "Δέσποινα", το "Άνδρος", το "Κωστάκης" και το "Κυκλάδες" που θα πιάσουν λιμάνι νωρίς το επόμενο πρωί. 


Στο κέντρο της πλατείας Καραΐσκάκη, ανάμεσα σε στοιβαγμένες καρέκλες ξεπροβάλλουν καμιά δεκαριά κεφάλια. Είναι οι αλητόπαιδες του λιμανιού, που κοιμούνται κάθε βράδυ ανάμεσα στα χαλίκια, στα χαλάσματα, στα καρότσια, σε κάθε ευφάνταστη κρυψώνα τρέμοντας την Αστυνομία και το Άσυλο Αλητόπαιδων στον Κορυδαλλό. Τα παιδιά αυτά, κάθε ηλικίας, από μικρά παιδιά πέντε, έξι και επτά χρονών μέχρι και εφήβους, το έχουν σκάσει από τα σπίτια τους από την Δραπετσώνα, τα Ταμπούρια, την Κοκκινιά αλλά και από άλλα μέρη της Ελλάδας (Χαλκίδα, Πάτρα, χωριά της επαρχίας κ.ο.κ) και ζουν σε "μπουλούκια" προσπαθώντας να επιβιώσουν κάνοντας οποιαδήποτε αρχικά τίμια εργασία (λούστρος με το κασελάκι, παιδί για θελήματα, αχθοφόρος στο λιμάνι κ.α.) και καταλήγοντας συνήθως μοιραία σε παραβατικές συμπεριφορές αργότερα. 


Η "νυχτερινή" Τρούμπα μπορεί να ακμάζει αλλά ο δρόμος οδηγεί προς την Καστέλλα και το Τουρκολίμανο. Επόμενη στάση το καινούργιο νυχτερινό κέντρο στον αριθμό "70" της λεωφόρου Φαλήρου, με τις φωτεινές επιγραφές που αναγράφουν "Chez Lapin" (Σε Λαπέν). Το κέντρο είναι κατάμεστο, η ορχήστρα παίζει ένα παθητικό tango και τα ζευγάρια των θαμώνων αναλώνονται σε ερωτικές περιπτύξεις υπό το φως της σελήνης με θέα το γραφικό Τουρκολίμανο. Κάτω από το κέντρο, μια σκάλα στολισμένη με λουλούδια οδηγεί σε μια εξέδρα στις οποίας τα τραπεζοκαθίσματα "συμβιώνουν" υπουργοί, ναύαρχοι, εφοπλιστές, ξένοι διπλωμάτες, στρατηγοί, βιομήχανοι αλλά και μέλη της βασιλικής οικογενείας που σπεύδουν να δοκιμάσουν την σπεσιαλιτέ του κέντρου "καραβίδες τηγανιτές με σάλτσα" ή μπαρμπουνάκια σχάρας, αρνίσια παϊδάκια, κοκορέτσι και αρνί σούβλας. 



Η ώρα είναι μια μετά τα μεσάνυχτα και πολλοί σπεύδουν να πάρουν το τελευταίο δρομολόγιο των τρόλεϊ της Πάουερ. Συχνά αρκετοί μένουν απέξω και η μόνη λύση είναι πλέον το ταξί:


Στη φημισμένη Σπηλιά του Παρασκευά δεκάδες "κούρσες" αναμένουν κάτω από τις φωτεινές μαρκίζες τους ιδιοκτήτες τους. Η ιδιαίτερη φωνή του Τώνη Μαρούδα με τα απαλά "σβησίματα" της ξεχωρίζει και "κλείνει" την περιήγηση στον νυχτερινό Πειραιά των αρχών της δεκαετίας του 1950. 

Διαβάστε σχετικά θέματα:


Κείμενο - Πηγές:

Ημερήσιος Τύπος
  • Απαγορεύεται ρητά η χρήση, προβολή, αντιγραφή ή/και αναδημοσίευση με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο.
  • Όσοι παρανομούν διώκονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου