Pages

Δευτέρα, Μαρτίου 10, 2025

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΤΗΣ

Ο Γιώργος Μπάτης υπήρξε ένας εκ των πρωτοπόρων και πλέον αντιπροσωπευτικών μουσικών του ρεμπέτικου τραγουδιού καθώς επίσης μια άκρως ιδιαίτερη προσωπικότητα, του οποίου ο βίος συνδέθηκε με την πόλη του Πειραιώς. Παρότι οι απόψεις διίστανται ως προς την ακριβή ημερομηνία και τον τόπο γέννησής του (σσ. αρκετοί εικάζουν πως ο Γεώργιος Μπάτης του Αθανασίου και της Θεοδώρας γεννήθηκε στον Πειραιά περί τα 1890, ενώ άλλοι υποστηρίζουν πως γεννήθηκε πλησίον Μεθάνων το 1886 ή το 1887 και αργότερα μετοίκησε με την οικογένειά του στον Πειραιά, σε παιδική ηλικία), γεγονός αδιαμφισβήτητο είναι πως ο ίδιος δραστηριοποιήθηκε ποικιλοτρόπως στον Πειραιά των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα. 

Ο Γιώργος Μπάτης με το μπαγλαμαδάκι του (1933)

Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί πως το πραγματικό ονοματεπώνυμο του Γιώργου Μπάτη υπήρξε Γιώργος Τσώρος ή Τσόρος ή Τσωρός καθώς "Μπάτης" ή/και "Αμπάτης" υπήρξαν ουσιαστικά ψευδώνυμα με τα οποία έγινε ευρύτερα γνωστός. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως ανάλογος διχασμός απόψεων υφίσταται και ως προς την προέλευση του ψευδώνυμου "Μπάτης", καθώς κατά μια εκδοχή η οικογένεια του είχε συνδεθεί οικογενειακά με τον Ιωσήφ Αμπάτη, έναν ταγματάρχη του τακτικού στρατού που είχε οργανώσει ο Γάλλος φιλέλληνας στρατηγός Κάρολος Φαβιέρος (Charles Nicolas Fabvier) στα χρόνια της Επανάστασης του 1821 (σσ. ο Φαβιέρος είχε κτίσει το κάστρο των Μεθάνων το 1826), ο οποίος Ιωσήφ Αμπάτης, μετά την δημιουργία του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικού κράτους είχε λάβει ως αμοιβή για την προσφορά του στον Αγώνα μια μεγάλη έκταση πλησίον της Καλλονής Τροιζηνίας (σσ. στο πέρασμα των χρόνων, το επώνυμο "Αμπάτης" για λόγους ευκολίας και προφοράς έγινε "Μπάτης"). Άλλη εκδοχή βέβαια αναφέρει πως ο πατέρας του Γεωργίου Μπάτη, Θανάσης, ο οποίος εργαζόταν σε οικοδομές, έδενε το μεροκάματό του στο δισάκι του, το οποίο το ανέμιζε στην ακροθαλασσιά λέγοντας "αν δεν σας φάω απόψε μέχρι τέλους, να με πάρει ο Μπάτης"! (σσ. Μπάτης ονοματίζεται ο άνεμος που έρχεται από την θάλασσα προς την ξηρά).

Πληροφορίες για τα παιδικά και νεανικά χρόνια του Μπάτη στον Πειραιά δεν είναι γνωστές. Βάσει ηλικίας, ο ίδιος στρατεύτηκε κατά το χρονικό διάστημα 1909-1919, σε μια περίοδο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας ιδιαίτερα ταραγμένη, κατά την οποία καταγράφηκαν μεταξύ των άλλων ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και ο Εθνικός Διχασμός. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πηγές, ο ίδιος φέρεται να πέρασε αρκετά μεγάλο μέρος της θητείας του στα στρατιωτικά πειθαρχεία, εκεί όπου κατά πάσα πιθανότητα ήρθε σε επαφή με το μουσικό όργανο του μπαγλαμά, το οποίο του μικρού μεγέθους του υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλές. 

Αρχής γενομένης από τη δεκαετία του '20, ο Μπάτης στην προσπάθεια του να εξοικονομήσει τα προς το ζην, φέρεται να εργάστηκε για βραχύβια χρονικά διαστήματα ως πωλητής αυτοσχέδιων φαρμάκων και ελιξίριων για διάφορες χρήσεις (πονόδοντος, κάλοι, ασθένειες κτλ.), ως παλαιοπώλης, ως εμπειρικός οδοντίατρος, ως μικροπωλητής, ως ενεχυροδανειστής κ.α. Περί τα μέσα της δεκαετίας του '20, ο ίδιος φέρεται να άνοιξε ένα καφενείο στη διασταύρωση των οδών Αίμου και Παλαμηδίου, στη συνοικία της Αγίας Σοφίας, όπου συναθροίζονταν σε καθημερινή βάση διάφοροι άνθρωποι του μόχθου, εργάτες αλλά και μάγκες ρεμπέτες εκείνης της εποχής, κάποιοι εκ των οποίων έπαιρναν τα μπουζούκια και τους μπαγλαμάδες που ο Μπάτης είχε κρεμασμένα στους τοίχους και έπαιζαν. Τα απογεύματα, ο ίδιος χώρος λειτουργούσε ως χοροδιδασκαλείο υπό την επωνυμία "Κάρμεν", με τον Μπάτη να αυτό-συστήνεται ως καθηγητής George Bate (γαλλιστί). Ας σημειωθεί πως ορισμένες πηγές, λανθασμένα, καταγράφουν πως ο Μπάτης πρώτο-άνοιξε καφέ-χοροδιδασκαλείο στις ακτές της Κρεμμυδαρούς, στη Δραπετσώνα.


Αξιομνημόνευτο είναι το γεγονός πως στον καφενέ - χοροδιδασκαλείο του Μπάτη στην οδό Αίμου, είχε τις πρώτες επαφές με το ρεμπέτικο τραγούδι και το μπουζούκι ο μικρός Μιχάλης Γενίτσαρης, του οποίου η οικογένεια κατοικούσε στην ίδια γειτονιά. Ο Μιχάλης Γενίτσαρης (Πειραιάς, 15 Ιουνίου 1917 - Αθήνα, 11 Μαΐου 2005), ο οποίος έκανε παρέα με τον γιο του Μπάτη, τον Θανάση, παρά τις έντονες αντιρρήσεις της οικογένειάς του και τους ξυλοδαρμούς από τον πατέρα του, "τρύπωνε" στον κακόφημο καφενέ του Μπάτη προσπαθώντας να μάθει τα μυστικά του μπουζουκιού.

Κατά τη διάρκεια της ίδιας δεκαετίας (1920), ο Μπάτης, μόνος του ή/και με συνεταίρους, άνοιξε και λειτούργησε διάφορα μικρά καφενεία - τεκέδες στα οποία μεταξύ των άλλων ο ίδιος δίδασκε μουσική (νότες), μπουζούκι και μπαγλαμά σε κάθε ενδιαφερόμενο, επί της πλατείας Καραϊσκάκη, η οποία εκείνη την εποχή χαρακτηριζόταν από την πληθώρα παραπηγματικών μικρομάγαζων που είχαν καλύψει όλη την έκτασή της μέχρι την 4η Ιανουαρίου του 1929, ημέρα κατά την οποία εκδηλώθηκε μεγάλη πυρκαγιά που κατέστρεψε ολοσχερώς τα παραπήγματα της εν λόγω πλατείας. Ο ακριβής αριθμός των καφενείων που άνοιξε ο Μπάτης στα πέριξ της πλατείας Καραϊσκάκη είναι άγνωστος, όπως άλλωστε και το πλήθος των ευρηματικών επωνυμιών που ο ίδιος έδιδε στα εν λόγω καφενεία (λ.χ. Καφενείον "Ο Μπάτης", Καφενείον "Ζωρζ Μπατέ", Καφενείον "Η Οδός Απελπισίας", Καφενείον "Το Γλυκόν Όνηρον", Καφενείον "Τέσσερα Βάσανα - Οι Έξι Πόνοι" κ.α.). Τα καφενεία - τεκέδες του Μπάτη, διακοσμημένα με τα μουσικά όργανα της συλλογής του, διέθεταν αρκετές επιγραφές και κάδρα, συχνά χειροποίητα, με σατιρικές / χιουμοριστικές ρήσεις και αποφθέγματα (λ.χ. "Ο Θεός να σε φυλάη από τους φίλους" κ.α. συναφή). Στα εν λόγω καφενεία του Μπάτη, μέσα στο ιδιαίτερο και περιθωριακό περιβάλλον της πλατείας Καραϊσκάκη, συναθροίζονταν καθημερινά διάφοροι μάγκες, αγαπητικοί, ρεμπέτες, μπουζουξήδες, μουσικοί αλλά και σεσημασμένοι όπως ο Νίκος Σκριβάνος, ο Νίκος Μάθεσης (Τρελάκιας) κ.α., καπνίζοντας ναργιλέ, κάνοντας χρήση χασίς και παίζοντας μουσική. Ενδεικτικά ας αναφέρουμε πως στα καφενεία του Μπάτη σύχναζαν μεταξύ των άλλων ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Ανέστος Δελιάς, ο Δημήτρης Γκόγκος (Μπαγιαντέρας), ο Στέλιος Κερομύτης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Μιχάλης Γενίτσαρης, αλλά και ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης. Περιττό να αναφερθεί πως η πληθωρική και ευφυής προσωπικότητα του Μπάτη τον είχε καταστήσει πρόσωπο κοινής αποδοχής στους κύκλους που κινείτο ως προς την προσφορά του στο λαϊκό τραγούδι, ενώ αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως αρκετοί τον αποκαλούσαν με σεβασμό "δάσκαλο" ή "ντερβίση" (ήτοι "λεβέντη") ή και "μάγκα του Πειραιά".

Ο Γιώργος Μπάτης με την παρέα του έξω από το καφενεδάκι του, στου Καραϊσκάκη (1933;)

Μια κλασική φωτογραφία του Μπάτη - στο μέσον - με τον Αρτέμη (Ανέστο Δελιά) και τον Στράτο Παγιουμτζή.


Ο Μπάτης με τον μπαγλαμά του, σε μια φωτογραφική καταγραφή πιθανότατα της δεκαετίας του 1930, σε ένα από τα αναρίθμητα καφενεία που ο ίδιος άνοιξε στα πέριξ της πλατείας Καραϊσκάκη (καφενείον "Ο Μπάτης"), έχοντας εξ αριστερών τον Θάνο τον Νταβατζή, εκ δεξιών τον Βασίλη τον Τσιλιαδόρο και όπισθεν αυτού τον περίφημο τεκετζή Σάλονα.  


Ο Μπάτης, στο μέσον, στο καφενεδάκι του "Η οδός Απελπισίας", με έναν άγνωστο μικρής ηλικίας μαθητή του και τον Μήτσο τον Καρυδάκια, ο οποίος σκοτώθηκε στα χρόνια της Κατοχής. 


Καφενείον "Η οδός Απελπισίας" Διαταγή Δημάρχου Ζωρζ Α. Βατέ (αρ. 262).

Ο Μπάτης, όρθιος παρέα με τον Στράτο Παγιουμτζή (Αϊβαλί, 1904 - Νέα Υόρκη, 16 Νοεμβρίου 1971), δυο μάγκες και δυο φαντάρους λιποτάκτες έξω από το καφενείο του "Οι Τρεις Καημοί του Καθηγητού George Μπατέ", πάντοτε στα πέριξ της πλατείας Καραϊσκάκη, περί τα μέσα της δεκαετίας του 1930. Αξιοσημείωτο το γεγονός πως και σε αυτήν την ιστορική φωτογραφία όπως και στις υπόλοιπες παρομοίου περιεχομένου, τα μουσικά όργανα που καταγράφονται ήταν ιδιοκτησίας του Μπάτη.


Ο Μπάτης, ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω ήτο ένας άνθρωπος με ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ που σκάρωνε συνεχώς απίθανες πλάκες που άφηναν εποχή, ενδεδυμένος επιτηδευμένα κομψά με λευκό κοστούμι, υποδυόμενος πιθανότατα τον ιατρό ή τον θαυματοποιό (τσαρλατάνο), έξω από το καφενείο του "Το Γλυκό Όνηρον", στην πλατεία Καραϊσκάκη, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930.


Ο Γιώργος Μπάτης σε μια ακόμη προπολεμική φωτογραφία, μαζί με τα μουσικά όργανα της συλλογής του, μπροστά από το καφενεδάκι του, μαζί με δυο αγαπητικούς εκείνων των καιρών. Αξιοσημείωτη η επιγραφή "δίδονται μαθήματα μπαγλαμά" η οποία διακρίνεται. 


Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ο Γιώργος Μπάτης ασχολήθηκε κατά τρόπο πιο επαγγελματικό με την μουσική, συνεργαζόμενος με τον Μάρκο Βαμβακάρη (σσ. ο οποίος εκείνη την εποχή εργαζόταν ως εκδοροσφαγέας στα Δημοτικά Σφαγεία Πειραιώς στη Δραπετσώνα), με τον Ανέστο Δελιά και με τον Στράτο Παγιουμτζή (σσ. ο οποίος εργαζόταν ως βαρκάρης), με τους οποίους δημιούργησε ένα ιδιότυπο και πρωτοποριακό για την εποχή του ρεμπέτικο συγκρότημα, γνωστό ως η "Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς", αποτελούμενο από δυο μπουζούκια - ένα μπαγλαμά και φωνή, το οποίο ξεκίνησε να εμφανίζεται σε διάφορα κέντρα της εποχής εκείνης, στον Πειραιά (Πειραϊκή, Τουρκολίμανο, Χατζηκυριάκειο, Δραπετσώνα), στα πέριξ αυτού και αλλού. Η πρώτη επίσημη εμφάνιση της κομπανίας "Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς" (σσ. η ονομασία φέρεται να ήταν εμπνεύσεως Γιώργου Μπάτη), έλαβε χώρα το καλοκαίρι του 1934 στην Μάνδρα του Σαραντόπουλου, στην περιοχή της Αναστάσεως. 

Η πλέον κλασική φωτογραφία των Μάρκου Βαμβακάρη, Στράτου Παγιουμτζή, Γιώργου Μπάτη και Ανέστου Δελιά ως μελών της λαϊκής ρεμπέτικης ορχήστρας "Η Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς":


Ο Γιώργος Μπάτης, παρότι θεωρείται εκ των θεμελιωτών του πειραιώτικου ρεμπέτικου, ηχογράφησε μόλις 17 τραγούδια του σε δίσκους γραμμοφώνου, κατά την χρονική περίοδο 1932-1936. Στην πλειοψηφία των ηχογραφήσεων, τον Μπάτη πλαισιώνουν τα υπόλοιπα μέλη της προαναφερθείσης τετράδας. Οι αριθμητικά πενιχρές ηχογραφήσεις του Μπάτη οφείλονται αρχικά στο γεγονός πως ο ίδιος ο Μπάτης δεν επέδειξε ιδιαίτερη θέρμη για το συγκεκριμένο εγχείρημα και κατά δεύτερον, στη λογοκρισία που επιβλήθηκε από το καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά, από το καλοκαίρι του έτους 1936 και μέχρι την έναρξη του Πολέμου, με αποτέλεσμα τα ενεργά χρόνια ηχογραφήσεων του Μπάτη να είναι μόλις τέσσερα! Ορισμένα πλέον γνωστά τραγούδια του Γιώργου Μπάτη είναι τα κάτωθι: "Ο θερμαστής" (1934), "Γκαμηλιέρικο" (1934), "Γυφτοπούλα στο χαμάμ" (1934), "Βάρκα μου μπογιατισμένη" (1935), "Οι φυλακές του Ωρωπού" (1935), "Το μπαρμπεράκι" (1935), "Ο φασουλάς"  (1935), "Οι σφουγγαράδες" (1935), "Οι φωνογραφιτζήδες" (1936), "Ταξίμι Αθηναϊκό και ζεϊμπέκικο" (1936), "Μπάτης ο δερβίσης" (1932), "Σου ΄χει λάχει" (1932), "Αρχόντισσα" (1947), "Ζεϊμπεκάνο Σπανιόλο" (Ζούλα σε μια βάρκα) (1933), "Ο μπουφετζής" (1935), "Η ατσιγγάνα" (1933), "Μάγκες Καραβοτσακισμένοι" (1934) το οποίο διασώζεται με την φωνή του Στράτου Παγιουμτζή, καθώς την ημέρα της ηχογράφησης, κατά τη διάρκεια της πρόβας της ορχήστρας ο Μπάτης πήγε να καπνίσει και επέστρεψε σε κατάσταση που δεν μπορούσε να τραγουδήσει με αποτέλεσμα να τον αντικαταστήσει ο Στράτος μιμούμενος την φωνή του Μπάτη, "Κάτω στο γυαλό στην άμμο", "Ο τεκές του Μπάτη", "Το Ραδίκι" (1934), "Η Παπαδιά", "Εφουμέρναμε χασίσι", "Ο γαλατάς", "Η Αλεξάνδρα", "Γιαχνί σοκάκι" και "Στρατώνα". Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως αρκετά από τα τραγούδια που έγραψε ο Μπάτης έγιναν διάσημα μέσα από επανεκτελέσεις νεώτερων καλλιτεχνών, ενώ άλλα παρέμειναν ελέω λογοκρισίας, γραμμένα στα χειρόγραφα που διατηρούσε ο ίδιος δίχως να γίνουν ποτέ γνωστά. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως ο Μπάτης με τον μπαγλαμά του συμμετείχε σε πληθώρα ηχογραφήσεων τραγουδιών άλλων ρεμπετών της εποχής εκείνης. 

Ο Μπάτης με τον μπαγλαμά του, ο Νίκος ο Καρυδάκιας πλάι του με το μπουζούκι και ένα μικρασιάτης με ούτι σε μια φωτογραφική καταγραφή πιθανότατα των τελών της δεκαετίας του '30, λίγο πριν τον Πόλεμο, σε μια εποχή ιδιαίτερα δύσκολη λόγω της λογοκρισίας και των διώξεων του καθεστώτος Ιωάννη Μεταξά.


Μετά τον Πόλεμο και την Κατοχή, ο Γιώργος Μπάτης, με την προαναφερθείσα πάντοτε κομψή ένδυσή του, σύχναζε σύμφωνα με μαρτυρίες στο γνωστό καφενείο που λειτουργούσε στο ισόγειο του κτιρίου όπου στεγαζόταν το Δημαρχείο Πειραιώς (Ωρολόγιον), το οποίο αποτελούσε δημοφιλές σημείο συναντήσεως για τους Πειραιείς αλλά και για τους περαστικούς / ταξιδιώτες που έφθαναν στο λιμάνι. 

Ιδιαίτερης μνείας χρήζει η χαρακτηριστική προσεγμένη ένδυση του Γιώργου Μπάτη, ο οποίος μεταπολεμικά συνέχισε να εμφανίζεται σε καθημερινή βάση "στην πέν(ν)α" ("στην τρίχα"), με σκουρόχρωμο κοστούμι, λευκό υποκάμισο, παπιγιόν, ψηλοτάκουνα μυτερά στιβάλια και συχνά καπέλο και μπαστούνι, ακολουθώντας τα προπολεμικά πρότυπα ενδύσεως των παλαιών κουτσαβάκηδων και μαγκών. 

Κατά το έτος 1954 καταγράφηκε η μοναδική συμμετοχή του Γιώργου Μπάτη στον κινηματογράφο, με έναν μικρό ρόλο στην ασπρόμαυρη ελληνική κωμική ταινία "Οι Παπατζήδες" της Σπέντζος Φίλμ, σε σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου και σενάριο Πέτρου Γιαννακού.


Στα δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950, καταγράφηκε ο θάνατος του Θανάση Μπάτη (1910-1957), υιού του Γιώργου Μπάτη. Ο κάτωθι εικονιζόμενος Θανάσης Μπάτης, ο οποίος καταγράφεται στην επόμενη φωτογραφία με την ρεπούμπλικα που πάντοτε φορούσε, υπήρξε επίσης οργανοπαίκτης και ρεμπέτης, του οποίου όμως το όνομα δεν ακούστηκε ιδιαίτερα καθώς αποβίωσε σε σχετικά μικρή ηλικία, γεγονός το οποίο έπληξε καίρια τον πατέρα του.


Το επαγγελματικό βιβλιάριο του Γεωργίου Αμπάτη του Αθανασίου, ο οποίος καταγραφόταν ως γεννηθείς το έτος 1890, όπως εκδόθηκε τον Οκτώβριο του 1957. Ο Μπάτης, όπως γίνεται αντιληπτό, ήταν εγγεγραμμένος στον Σύνδεσμο Μουσικών Αθηνών - Πειραιώς "Η Αλληλοβοήθεια" (έτος ιδρύσεως 1928).


Εκτός από το προαναφερθέν καφενείο του Ωρολογίου και τα πέριξ αυτού, ο Μπάτης γύρναγε με το μπαγλαμαδάκι του κρυμμένο στην κωλότσεπη σε διάφορα γνωστά στέκια, ταβέρνες, ζυθοπωλεία και καφενεία της πόλεως, όπως λ.χ. στις ταβέρνες της Φρεαττύδος ή στο "γιαχνί σοκάκι", παίζοντας και τραγουδώντας στίχους όπως λ.χ. "μπήκε ο λαγός, μπήκε ο πονηρός, μες της παπαδιάς τ'αμπέλι", επιζητώντας το φιλοδώρημα των θαμώνων. 

Ο Μπάτης μεταπολεμικά παίζοντας μπαγλαμαδάκι σε κάποια ταβέρνα

Ο Γιώργος Μπάτης πέθανε και κηδεύτηκε στο Νεκροταφείο της Αναστάσεως στις 10 Μαρτίου του 1967 (σσ. τρία χρόνια αργότερα, τα οστά του μεταφέρθηκαν στα Μέθανα), σύμφωνα με την επιθυμία που είχε εκφράσει πολλάκις όντας εν ζωή, παρέα με τον αγαπημένο του μπαγλαμά

Ο Μπάτης στο μνήμα παρέα με τον αγαπημένο του μπαγλαμά (Νεκροταφείο Αναστάσεως)

Το σπίτι του Μπάτη επί της οδού Αίμου 8, στη συνοικία της Αγίας Σοφίας Πειραιώς, όπως καταγράφηκε μετά τον θάνατό του, στις αρχές της δεκαετίας του 1970 από τον Κώστα Βούλγαρη:




Αντί επιλόγου, αξίζει να αναφερθεί πως από την σημαντική συλλογή λαϊκών μουσικών οργάνων αγνώστου ακριβούς αριθμού που διατηρούσε ο Γιώργος Μπάτης (μπουζούκια, μπαγλαμάδες, μισομπούζουκο, κιθάρες και μια ρομβία - λατέρνα), έχουν διασωθεί ορισμένα, όπως λ.χ. το κάτωθι εικονιζόμενο μισομπούζουκο, μια άψογη κατασκευή των αρχών του 20ου αιώνα, μήκους 77 εκατοστών, με ύψος ηχείου στα 14 εκατοστά, το οποίο βρίσκεται στις συλλογές της Γενναδείου Βιβλιοθήκης. Εκτός των μουσικών οργάνων του Μπάτη, τα στιβάλια του και άλλα προσωπικά αντικείμενα όπως λ.χ. χειρόγραφες παρτιτούρες ρεμπέτικων τραγουδιών διασώζονταν στη συλλογή του γνωστού ερευνητή, μελετητή του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού, ποιητή, κριτικού λογοτεχνίας, δημοσιογράφου, σκιτσογράφου, φωτογράφου και συλλέκτη Ηλία Πετρόπουλου (Αθήνα, 26 Ιουνίου 1928 - Παρίσι, 3 Σεπτεμβρίου 2003).

Κείμενο - Πηγές:

Το κείμενο είναι πρωτότυπο, προϊόν προσωπικής έρευνας, προσωπικής εργασίας και προσωπικών εκτιμήσεων. Στοιχεία και πληροφορίες έχουν ληφθεί από τις κάτωθι πηγές:
  • Τύπος Εποχής
  • Γιώργος Μπάτης, ο επιτήδειος δημιουργός του ρεμπέτικου, Αργύρης Βασιλείου
  • "Ρεμπέτικα Τραγούδια", Ηλίας Πετρόπουλος, Εκδόσεις Κέδρος (2011)
  • Απαγορεύεται ρητά η χρήση, προβολή, αντιγραφή ή/και αναδημοσίευση με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο.
  • Όσοι παρανομούν διώκονται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου